Δευτέρα 23 Μαΐου 2011

Η νύχτα απόψε ήταν φωτεινή, τόσο φωτεινή που έκανε το ευμεγέθες τερατούργημα να νιώθει άβολα. Τού είχαν περιγράψει τη Νέα Υόρκη, μα -όπως σιγά σιγά άρχισε να μαθαίνει- η πραγματικότητα απείχε πολύ από τις άνεπαρκείς περιγραφες των θνητών. Ευχήθηκε να τού είχε δώσει μια περιγραφή ένας αθάνατος, ίσως ο πολυαγαπημένος του Μπωντλέρ, ώστε να μπορέσει να προετοιμαστεί. Αλίμονο, οι μικροαπατεώνες και οι μεθύστακες, που αποτελούσαν τον κύκλο των επαφών του, δεν ήταν ποιητές. Κι η Νέα Υόρκη δεν ήταν απλά μια "τεράστια πόλη, μια πόλη που δεν κοιμάται, μια πόλη με πολλά πολλά φώτα, τεράστια κτίρια και φασαρία". Δεν μπορούσε να βρει ο ίδιος τις λέξεις, μα αν σε μια ζυγαριά η μαύρη άβυσσος ισορροπούσε με κάτι, αυτό θα ήταν η κολοσσιαία Μητρόπολη που ατένιζε από ψηλά. Και με έναν στεναγμό απογοήτευσης άρχισε την κάθοδό του.
Η απλησίαστη ταράτσα του ουρανοξύστη θα του έδινε την κάλυψη που χρειαζόταν ώστε να μεταμφιεστεί, μήπως και μπορούσε να περπατήσει διακριτικά στους τεράστιους πολυσύχναστους δρόμους. Άνοιξε την παλιομοδίτικη βαλίτσα του και την έφερε στο φως. Σήκωσε έναν κίτρινο φάκελο και τον άνοιξε, φυλλομετρώντας τις σημειώσεις που τον προμήθευσε ο εργοδότης του. Σταμάτησε στο φύλλο που έγραφε για κάποιον ΧΨΖ.
"Tremere..." μουρμούρησε. "Μπορεί και να το διασκεδάσω αυτό..."