Οι δεκατέσσερις φιγούρες σηκώθηκαν αργά, νωχελικά από τις ξύλινες κάσες τους, τις έκλεισαν ευλαβικά, σαν μοναχοί που στρώνουν τα κρεβάτια τους σιγομουρμουρίζοντας προσευχές στον Κύριο, που τους ευλόγησε με έναν ήσυχο ύπνο. Το ελάχιστο φως από τα δεκατρία μικρά φανάρια δημιουργούσε ένα τρεμουλιαστό θέατρο σκιών απίστευτης φρίκης στους τοίχους του ελλειψοειδούς σπηλαίου, καθώς οι δύσμορφες, στραβοχυμένες φιγούρες περπατούσαν η καθεμία με τον δικό της αδέξιο τρόπο προς το κέντρο του δωματίου.
Δεκατέσσερα χέρια απλώθηκαν και άρπαξαν τα δεκατρία μικρά φανάρια από τον τεράστιο κυκλικό πάγκο τριγύρω από το γιγάντιο δέντρο, που δέσποζε στο κέντρο του σπηλαίου.
"Η Δωδέκατη μέρα έφτασε. Έχουμε διορία μέχρι το ξημέρωμα."
Συντονισμένα οι Δεκατέσσερεις γύρισαν και περπάτησαν γοργά προς τις δεκατρείς εξόδους και από κει στον έξω κόσμο.
Τον κόσμο που τους ξέχασε, τον κόσμο που τους θυμήθηκε, τον κόσμο που θα τους ξεχάσει και πάλι.
Τον κόσμο που τους έχει περισσότερο ανάγκη απ' όσο θα μπορούσε να συνειδητοποιήσει.
Παρασκευή 25 Μαρτίου 2011
Τρίτη 22 Μαρτίου 2011
Το Φιλί του Πατέρα
Περπάτησε μέχρι το μεγάλο βορειοανατολικό παράθυρο και παραμέρισε τις βαριές κουρτίνες, όσο χρειαζόταν για να κοιτάξει με το καλό του μάτι προς την ανατολή, στο μικρό άλσος πίσω απ' το συρματόπλεγμα. Ανοιγόκλεισε τα μάτια του και πλησίασε το τζάμι, σταματώντας πριν τα χνώτα του αρχίσουν να το θολώνουν.
"Συμβαίνει τίποτα, Εμανουήλ;" ρώτησε η βραχνή γυναικεία φωνή πίσω από τα πέπλα του κατάλευκου νυφικού κρεβατιού στο κέντρο του δωματίου. Ο γέρος ξεκόλλησε με αργές κινήσεις απ' το παρατηρητήριό του και στηρίζοντας το κουρασμένο κορμί του στην ξύλινη πατερίτσα, γύρισε προς την κυρά, απαντώντας μελαγχολικά "όλα είναι όπως πρέπει να είναι".
Τα λόγια αυτά καθησύχασαν τη γερασμένη γυναίκα, μα δεν μπορούσε να αποτινάξει την ανησυχία που την είχε κυριεύσει από νωρίς εκείνη τη νύχτα. Σήκωσε νωχελικά το λεπτεπίλεπτο χέρι της και έκανε νόημα στον υπηρέτη της να πλησιάσει. Τα μάτια του έλαμψαν και προσπάθησε να πνίξει ένα χαμόγελό, ενώ επιτάχυνε το κουτσό βήμα του. Παραμέρισε το αραχνοΰφαντο πέπλο και κοίταξε την κακογερασμένη γυναίκα, θάβοντας ένα βλέμμα λύπησης και αποστροφής κάτω από ένα ειρωνικό σχεδόν χαμογελο. Η γυναίκα άνοιξε τα μάτια της, θολά και άψυχα, και τον παρακάλεσε γλυκά:
"Φίλησέ με για καλημέρα, όπως ο Πατέρας..."
Εκείνος έγειρε με κόπο και την ασπάστηκε στο πορσελάνινο κούτελο. Ύστερα της ευχήθηκε όνειρα γλυκά και έκανε να σηκωθεί, όταν ένιωσε την απότομη λαβή της γυναίκας στον καρπό του. Με το άλλο της χερι ψηλάφησε τον λαιμό της, πιάνοντας μια λεπτή ασημένια αλυσίδα και έπειτα μέσα από το μαραμένο της μπούστο αποκάλυψε ένα βαρύ, επίχρυσο κλειδί. "Περίμενε... περίμενε λιγάκι..." σιγομουμούριζε στην προσπάθειά της να ταιριάξει το κλειδί στην περίτεχνα σκαλισμένη κλειδαριά του κομοδίνου δίπλα στο κρεβάτι. Ο γέρος κοίταζε ανήσυχα καθώς το χέρι της γυναίκας σχημάτιζε αφύσικες γωνίες, με το καρπό να στρέφεται δεξιά ενενήντα μοίρες και τα δάχτυλα σαν φίδια να λυγίζουν ανεξάρτητα από κλειδώσεις και φάλαγγες. Το πρώτο κλικ της κλειδαριάς τον έκανε να συνέλθει, μα έμεναν δύο ακόμα για να ανοίξει τρίζοντας το ξύλινο πορτάκι.
Αυτή τη φορά χρειάστηκε να λυγίσει ο αγώνας προς την αντίθετη κατεύθυνη για να φτάσει και να βγάλει από την κρυψώνα του ένα ευμεγέθες βιβλίο, ντυμένο με ένα ασημένιο εξώφυλλο, στολισμένο με μικρά και μεγάλα κομματια αμέθυστου και διαμαντιού, τα οποία πλαισίωναν έναν μακάβριο θυρεό, σκαλισμένο σε διαφορετική κλίμακα από τις υπόλοιπες σκηνές, εξίσου ανατριχιαστικές, σαν κυνικές καρικατούρες των αρχαιοελληνικών ζωοφόρων, δοσμένες με την τέχνη των αγιογράφων της βυζαντινής περιόδου.
Η γερασμένη γυναίκα παραχώρησε το βιβλίο στον υπηρέτη, χωρίς να χαλαρώνει την ατσάλινη λαβή της στο ύψος του καρπού του.
"Διάβασέ μου τις ιστορίες του Πατέρα, σε παρακαλώ Εμανουήλ. Δεν θα με πάρει αλλιώς ο ύπνος".
Ο γέρος παραπονέθηκε: "Δεν μένει, πολύ φοβάμαι, αρκετή ώρα. Ίσως να ξεκουραζόσαστε..."
"Διάβασε!!" πρόσταξε απότομα η γυναίκα, κι η φωνή της πήρε μια εξωανθρώπινη χροιά, η οποία από μόνη της ήταν ικανή να σιγουρέψει πως η διαταγή δεν θα παρακουστεί. Ο υπερήλικας υπηρέτης με έναν στεναγμό άνοιξε το βαρύ βιβλίο και το μάτι του έπεσε στον πορφυρό σελιδοδείκτη. Γύρισε γοργά τις σελίδες και κατέληξε σε ένα δισέλιδο, γραμμένο από τη μία με βαθυκόκκινο μελάνι, κι από την άλλη διακοσμημένο με μια γοτθική γκραβούρα. Απεικόνιζε μια βάρβαρη σκηνή, έναν όμορφο, ευγενή πολεμιστή να σφαγιάζει λυσσασμένος τρεις γυναίκες που τρέχουν να σωθούν, ενώ στο βάθος μια νεαρή κοπέλα προσπαθεί να αποφύγει το θέαμα βουτώντας στην αγκαλιά μιας μαυροντυμένης φιγούρας.
Ο γέρος περιεργάστηκε την εικόνα για λίγο, μα τον διέκοψε η επόμενη απαίτηση της κυρίας του.
"Άρχισε", τον προέτρεψε κλείνοντας τα μάτια. Εκείνος υπάκουσε αρχίζοντας την ανάγνωση του καλλιτεχνικά γραμμένου λατινικού κειμένου.
(...)
Τα μάτια του άρχισαν να πονούν, γεγονός που του φάνηκε περίεργο. Για πρώτη φορά απ' όταν άρχισε την ανάγνωση πήρε το βλέμμα του στιγμιαία από το βιβλίο. Συνειδητοποίησε πως είχε απορροφηθεί τόσο από το κείμενο, που δεν αντελήφθη την αλλαγή πάνω του: το δέρμα του είχε αποκτήσει την φυσική του μελαψή απόχρωση, σημάδι πως η μεταμφίεσή του είχε πλέον αχρηστευθεί - μα ακόμα πιο ανησυχητικό, το δέρμα του είχε διατηρήσει την γήρανση. Ανήσυχος γύρισε απότομα το κεφάλι του προς τη γυναίκα, η οποία - συνειδητοποιούσε τώρα - δεν είχε χαλαρώσει ούτε στιγμή την αφύσικα δυνατή λαβή της, ούτε είχε τραβήξει τα μάτια της από πάνω του, τα γυάλινα, κάτασπρα τώρα μάτια, που πλαισιώνονταν πλέον από ένα χαμόγελο παγερής αυταρέσκειας, και που τον μαγνήτισαν, ανοίγοντας το μυαλό του βίαια, σαν λοστός κι όχι σαν αντικλείδι.
"Τώρα ξέρεις τα πάντα" είπε "μα κυρίως ξέρεις πως δεν είσαι αρκετός, νεαρέ πολεμιστή του Haqim. Κι αυτό για σένα είναι μοίρα ζοφερή, χειρότερη απ' αυτήν που σου επιφυλάσσω. Γι' αυτό, στο όνομα του Χριστού και της Παναγίας, σε λυτρώνω διά παντος..."
"Συμβαίνει τίποτα, Εμανουήλ;" ρώτησε η βραχνή γυναικεία φωνή πίσω από τα πέπλα του κατάλευκου νυφικού κρεβατιού στο κέντρο του δωματίου. Ο γέρος ξεκόλλησε με αργές κινήσεις απ' το παρατηρητήριό του και στηρίζοντας το κουρασμένο κορμί του στην ξύλινη πατερίτσα, γύρισε προς την κυρά, απαντώντας μελαγχολικά "όλα είναι όπως πρέπει να είναι".
Τα λόγια αυτά καθησύχασαν τη γερασμένη γυναίκα, μα δεν μπορούσε να αποτινάξει την ανησυχία που την είχε κυριεύσει από νωρίς εκείνη τη νύχτα. Σήκωσε νωχελικά το λεπτεπίλεπτο χέρι της και έκανε νόημα στον υπηρέτη της να πλησιάσει. Τα μάτια του έλαμψαν και προσπάθησε να πνίξει ένα χαμόγελό, ενώ επιτάχυνε το κουτσό βήμα του. Παραμέρισε το αραχνοΰφαντο πέπλο και κοίταξε την κακογερασμένη γυναίκα, θάβοντας ένα βλέμμα λύπησης και αποστροφής κάτω από ένα ειρωνικό σχεδόν χαμογελο. Η γυναίκα άνοιξε τα μάτια της, θολά και άψυχα, και τον παρακάλεσε γλυκά:
"Φίλησέ με για καλημέρα, όπως ο Πατέρας..."
Εκείνος έγειρε με κόπο και την ασπάστηκε στο πορσελάνινο κούτελο. Ύστερα της ευχήθηκε όνειρα γλυκά και έκανε να σηκωθεί, όταν ένιωσε την απότομη λαβή της γυναίκας στον καρπό του. Με το άλλο της χερι ψηλάφησε τον λαιμό της, πιάνοντας μια λεπτή ασημένια αλυσίδα και έπειτα μέσα από το μαραμένο της μπούστο αποκάλυψε ένα βαρύ, επίχρυσο κλειδί. "Περίμενε... περίμενε λιγάκι..." σιγομουμούριζε στην προσπάθειά της να ταιριάξει το κλειδί στην περίτεχνα σκαλισμένη κλειδαριά του κομοδίνου δίπλα στο κρεβάτι. Ο γέρος κοίταζε ανήσυχα καθώς το χέρι της γυναίκας σχημάτιζε αφύσικες γωνίες, με το καρπό να στρέφεται δεξιά ενενήντα μοίρες και τα δάχτυλα σαν φίδια να λυγίζουν ανεξάρτητα από κλειδώσεις και φάλαγγες. Το πρώτο κλικ της κλειδαριάς τον έκανε να συνέλθει, μα έμεναν δύο ακόμα για να ανοίξει τρίζοντας το ξύλινο πορτάκι.
Αυτή τη φορά χρειάστηκε να λυγίσει ο αγώνας προς την αντίθετη κατεύθυνη για να φτάσει και να βγάλει από την κρυψώνα του ένα ευμεγέθες βιβλίο, ντυμένο με ένα ασημένιο εξώφυλλο, στολισμένο με μικρά και μεγάλα κομματια αμέθυστου και διαμαντιού, τα οποία πλαισίωναν έναν μακάβριο θυρεό, σκαλισμένο σε διαφορετική κλίμακα από τις υπόλοιπες σκηνές, εξίσου ανατριχιαστικές, σαν κυνικές καρικατούρες των αρχαιοελληνικών ζωοφόρων, δοσμένες με την τέχνη των αγιογράφων της βυζαντινής περιόδου.
Η γερασμένη γυναίκα παραχώρησε το βιβλίο στον υπηρέτη, χωρίς να χαλαρώνει την ατσάλινη λαβή της στο ύψος του καρπού του.
"Διάβασέ μου τις ιστορίες του Πατέρα, σε παρακαλώ Εμανουήλ. Δεν θα με πάρει αλλιώς ο ύπνος".
Ο γέρος παραπονέθηκε: "Δεν μένει, πολύ φοβάμαι, αρκετή ώρα. Ίσως να ξεκουραζόσαστε..."
"Διάβασε!!" πρόσταξε απότομα η γυναίκα, κι η φωνή της πήρε μια εξωανθρώπινη χροιά, η οποία από μόνη της ήταν ικανή να σιγουρέψει πως η διαταγή δεν θα παρακουστεί. Ο υπερήλικας υπηρέτης με έναν στεναγμό άνοιξε το βαρύ βιβλίο και το μάτι του έπεσε στον πορφυρό σελιδοδείκτη. Γύρισε γοργά τις σελίδες και κατέληξε σε ένα δισέλιδο, γραμμένο από τη μία με βαθυκόκκινο μελάνι, κι από την άλλη διακοσμημένο με μια γοτθική γκραβούρα. Απεικόνιζε μια βάρβαρη σκηνή, έναν όμορφο, ευγενή πολεμιστή να σφαγιάζει λυσσασμένος τρεις γυναίκες που τρέχουν να σωθούν, ενώ στο βάθος μια νεαρή κοπέλα προσπαθεί να αποφύγει το θέαμα βουτώντας στην αγκαλιά μιας μαυροντυμένης φιγούρας.
Ο γέρος περιεργάστηκε την εικόνα για λίγο, μα τον διέκοψε η επόμενη απαίτηση της κυρίας του.
"Άρχισε", τον προέτρεψε κλείνοντας τα μάτια. Εκείνος υπάκουσε αρχίζοντας την ανάγνωση του καλλιτεχνικά γραμμένου λατινικού κειμένου.
(...)
Τα μάτια του άρχισαν να πονούν, γεγονός που του φάνηκε περίεργο. Για πρώτη φορά απ' όταν άρχισε την ανάγνωση πήρε το βλέμμα του στιγμιαία από το βιβλίο. Συνειδητοποίησε πως είχε απορροφηθεί τόσο από το κείμενο, που δεν αντελήφθη την αλλαγή πάνω του: το δέρμα του είχε αποκτήσει την φυσική του μελαψή απόχρωση, σημάδι πως η μεταμφίεσή του είχε πλέον αχρηστευθεί - μα ακόμα πιο ανησυχητικό, το δέρμα του είχε διατηρήσει την γήρανση. Ανήσυχος γύρισε απότομα το κεφάλι του προς τη γυναίκα, η οποία - συνειδητοποιούσε τώρα - δεν είχε χαλαρώσει ούτε στιγμή την αφύσικα δυνατή λαβή της, ούτε είχε τραβήξει τα μάτια της από πάνω του, τα γυάλινα, κάτασπρα τώρα μάτια, που πλαισιώνονταν πλέον από ένα χαμόγελο παγερής αυταρέσκειας, και που τον μαγνήτισαν, ανοίγοντας το μυαλό του βίαια, σαν λοστός κι όχι σαν αντικλείδι.
"Τώρα ξέρεις τα πάντα" είπε "μα κυρίως ξέρεις πως δεν είσαι αρκετός, νεαρέ πολεμιστή του Haqim. Κι αυτό για σένα είναι μοίρα ζοφερή, χειρότερη απ' αυτήν που σου επιφυλάσσω. Γι' αυτό, στο όνομα του Χριστού και της Παναγίας, σε λυτρώνω διά παντος..."
Εγγραφή σε:
Αναρτήσεις (Atom)