Τρίτη 5 Ιουλίου 2011

Κοίταξε ερευνητικά το κτίριο, από την πολυτελέστατη είσοδο όπου οι υπάλληλοι ντυμένοι με μια γελοία μπορντώ στολή έτρεχαν να προλάβουν τους επισκέπτες που κατέφταναν, έως την αθέατη κορυφή του κτιρίου, περνώντας την φωτισμένη πρόσοψη που μετρούσε τουλάχιστον 15 σειρές παράθυρα. Το δυσοίωνο "G" στην πρόσκληση τού προκαλούσε μια νευρικότητα, την οποία ενίσχυσαν οι καθόλου διακριτικοί μπράβοι που στεκόντουσαν εκατέρωθεν της εισόδου. Αυτή η έλλειψη διακριτικότητας και η ανέμελη επίδειξη δύναμης ήταν συνήθως γνώρισμα μιας συγκεκριμένης οικογένειας - μιας φαμίλιας. Κοίταξε και πάλι το μέιλ στο κινητό του, διαβάζοντας τις πρώτες γραμμές που απλόχερα και ξεδιάντροπα υπόσχονταν ανταμοιβές. Γέλασε, μα αποφάσισε να κάνει τη χάρη στον τυχοδιώκτη μέσα του. Σκέφτηκε για μια στιγμή πως το όνομά του πρέπει να είχε γίνει πολύ γνωστό, κι όσο ανησυχητικό κι αν ήταν αυτό, τουλάχιστον θα το εκμεταλλευόταν.
Προχώρησε αποφασιστικά προς το εσωτερικό, αγνοώντας επιδεικτικά τους άντρες της ασφάλειας. Μετά από μια μικρή παύση στη ρεσεψιόν για να προσανατολιστεί από την πολύ εξυπηρετική κονσιέρζ μπήκε στο ασανσέρ, ανταποδίδοντας τον απρόθυμο χαιρετισμό του υπαλλήλου.
"Ρετιρέ..."

Δευτέρα 4 Ιουλίου 2011

Ο ήχος της βρύσης γέμιζε το ήσυχο καταφύγιο, όπως το τρεχούμενο νερό γέμιζε την βρώμικη μπανιέρα. Ήταν το τέλος μια γεμάτης μέρας και ένα χαλαρωτικό μπάνιο - ή τουλάχιστον η ψευδαίσθηση της χαλάρωσης - υποσχόταν έναν πιο ήσυχο ύπνο, ίσως ορφανό από τα δυσάρεστα όνειρα που στοίχειωναν τις προηγούμενες νύχτες. Ο εποχές που ένα μπράντυ κι ένα παχύ, κουβανέζικο πούρο θα τον νανούριζαν σαν μωρό, είχαν περάσει ανεπιστρεπτί, μα συνέχιζε να τις αναπολεί. Στην πραγματικότητα τις ήθελε πίσω, μα αυτή ήταν μια δυσοίωνη κατηφόρα που οδηγούσε σε γκρεμούς, κοινωνικούς, προσωπικούς, φιλοσοφικούς, τους οποίους δεν ήθελε να σκέφτεται καν. Δεν θα γινόταν ένας απ' αυτούς τους παρανοϊκούς, απελπισμένους απόκληρους, με μια επικίνδυνη και αδιέξοδη ψύχωση για την επιστροφή. Ειχε έρθει από έναν παράλληλο κόσμο βασιλιάς - δεν θα κατέληγε ο τρελος του χωριού. Κι ας είχε μπει σε ξένα χωράφια, κι ας τον είχαν παρατήσει στη μοίρα του, σαν Μεξικάνο πρόσφυγα μουσκεμένο ακόμα από τα λασπωμένα νερά του Rio Grande, εκείνος θα επιβίωνε - και ακόμα περισσότερο: θα δίδασκε σε αυτούς τους αρχαίους, μαραμένους, ψωνισμένους καριόληδες τι μπορούσε να κάνει ένας Καρχαρίας του 21ου αιώνα.