Δευτέρα 4 Ιουλίου 2011

Ο ήχος της βρύσης γέμιζε το ήσυχο καταφύγιο, όπως το τρεχούμενο νερό γέμιζε την βρώμικη μπανιέρα. Ήταν το τέλος μια γεμάτης μέρας και ένα χαλαρωτικό μπάνιο - ή τουλάχιστον η ψευδαίσθηση της χαλάρωσης - υποσχόταν έναν πιο ήσυχο ύπνο, ίσως ορφανό από τα δυσάρεστα όνειρα που στοίχειωναν τις προηγούμενες νύχτες. Ο εποχές που ένα μπράντυ κι ένα παχύ, κουβανέζικο πούρο θα τον νανούριζαν σαν μωρό, είχαν περάσει ανεπιστρεπτί, μα συνέχιζε να τις αναπολεί. Στην πραγματικότητα τις ήθελε πίσω, μα αυτή ήταν μια δυσοίωνη κατηφόρα που οδηγούσε σε γκρεμούς, κοινωνικούς, προσωπικούς, φιλοσοφικούς, τους οποίους δεν ήθελε να σκέφτεται καν. Δεν θα γινόταν ένας απ' αυτούς τους παρανοϊκούς, απελπισμένους απόκληρους, με μια επικίνδυνη και αδιέξοδη ψύχωση για την επιστροφή. Ειχε έρθει από έναν παράλληλο κόσμο βασιλιάς - δεν θα κατέληγε ο τρελος του χωριού. Κι ας είχε μπει σε ξένα χωράφια, κι ας τον είχαν παρατήσει στη μοίρα του, σαν Μεξικάνο πρόσφυγα μουσκεμένο ακόμα από τα λασπωμένα νερά του Rio Grande, εκείνος θα επιβίωνε - και ακόμα περισσότερο: θα δίδασκε σε αυτούς τους αρχαίους, μαραμένους, ψωνισμένους καριόληδες τι μπορούσε να κάνει ένας Καρχαρίας του 21ου αιώνα.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου