Υπάρχουν πολλοί δρόμοι για να αντιμετωπίσεις έναν εχθρό, σίγουρα μια ομάδα με τέτοια ποικιλλομορφία θα το γνωρίζει καλύτερα. Η λίστα σαφώς περιορίζεται όταν έχεις να κάνεις με μια τόσο θανάσιμη και σκοτεινή ύπαρξη. Τα συμβατικά όπλα όμως, ο τρόπος που έχετε συνηθίσει να φέρετε, ακόμα και όσα είναι προέκταση των υπερφυσικών σας δυνάμεων, δεν θα καταφέρουν ούτε ένα πλήγμα πιθανότατα σε αυτό το πλάσμα.
Ο Muhandis κάποτε έκανε το λάθος να πιστεύει στις δυνάμεις του αυτές. Δεν τον αδικώ, μα ήταν τόσο μάταιο. Έκοψε δεκάδες υπηρέτες στο διάβα του, μα ο Δαίμονας είναι κάτι πέρα από οτιδήποτε φαντάζεστε - από οτιδήποτε φανταζόμαστε τότε. Πάντα κυνηγούσαμε Baali, βαμπίρ που έφεραν τα δώρα τέτοιων πλασμάτων, υπηρέτες τους για όλη τους τη μιαρή ύπαρξη. Όσο δύσκολο και να ήταν, πάντα η σωστή μέθοδος, η οργάνωση και η σταθερότητα προλάβαιναν το χάος.
[...]
Κάποτε πολεμήσαμε τόσο, χάσαμε τόσους συμμάχους, που αρχίσαμε να αμφισβητούμε το δρόμο μας. Πότε οι απώλειες αρχίζουν να γίνονται πολλές, πότε το κόστος ξεπερνά το καθήκον; Θα σας πω... Εκείνη η στιγμή, εκείνη ακριβώς η στιγμή είναι όταν ο Δαίμονας χτύπησε. Τότε, όταν τα πάντα, οι ζωές μας, οι ζωές των συμμάχων μας, τα πιστεύω μας, κρέμονταν από μια κλωστή, τότε ο Δαίμονας ήταν εκεί. Και τότε αρχίζουν όλα να πάνε στραβά - όλα! Τότε μαθαίνεις τι είναι η κόλαση, όχι ένα εντυπωσιακό θέαμα, ανίερες φωτιές, ζωντανοί νεκροί, αρχαίες κατάρες. Δεν είναι αυτό. Εκείνη η στιγμή - αυτή είναι η Κόλαση. Να το περιγράψω πραγματικά είναι αδύνατον, να το κατανοήσετε αδιανόητο.
[...]
Θυμάστε πώς ήταν ο κόσμος παλιά, όταν ζούσατε; Γυρίστε αν μπορείτε νοερά σε αυτή τη στιγμή που περάσαμε όλοι, κάποια στιγμή της νέας μας ζωής, όταν τα πάντα είχαν αλλάξει και μόλις αρχίζαμε να το δεχόμαστε. Για μένα ήταν ένα θαύμα, μια αποκάλυψη. Κι όταν αυτό που έβλεπα το αναγνώρισα για αυτό που ήταν, όταν τα μάτια μου τα ίδια άνοιξαν για πρώτη φορά, δεν μπορούσα να το αρνηθώ - τα πάντα είχαν αλλάξει. Αυτή ήταν η πρώτη φορά. Η δεύτερη ήταν όταν βρέθηκα στην παρουσία του Δαίμονα. Τότε είδα ξανά τον κόσμο. Για τρίτη φορά. Τα μάτια μας μάς δείχνουν τον κόσμο, η κατάρα μας - όταν έρχεται, για όσους έρχεται - μας τον ξαναδείχνει, μα η ψυχή μας... Η ψυχή μας πάντα, πριν γεννηθούμε, πριν πεθάνουμε μα και μετά θάνατον, η ψυχή μας πάντα μας έδειχνε τον πραγματικό κόσμο - αυτό που λέω Πρώτο Κόσμο. Και τι είναι ο πρώτος κόσμος; Είναι ο φόβος για το σκοτάδι, δεν μπορώ να βρω άλλες λέξεις, όσο κι αν προσπάθησα. Είναι εκείνη η στιγμή που σαν μικρό παιδί, μεγάλος, νεκρός, δεν έχει σημασία, φοβήθηκες το σκοτάδι - πραγματικά φοβήθηκες το σκοτάδι. Αυτός είναι ο Πρώτος Κόσμος.
Πέμπτη 1 Δεκεμβρίου 2011
Σάββατο 26 Νοεμβρίου 2011
- Είστε μια... ιδιαίτερη συντροφιά.
"Ιδιαίτερη;" σκέφτηκε ειρωνικά από μέσα του ο Weiss.
- Ναι, το ακούμε συχνά, απάντησε έχοντας ακόμα το βλέμμα του στο παράθυρο. Αρχίζω να πιστεύω πως όλοι μας βλέπουν σαν έναν θίασο σε περιοδεία. Μερικές φορές νομίζω κι εγώ ο ίδιος πως έτσι είναι. Φαντάζομαι πως "ιδιαίτερη" είναι ένας χαρακτηρισμός που μας υποτιμά, κατέληξε μηδιώντας.
- Έχω δει πολλά, κε Schiduff. Παραπάνω απ' όσα θα έπρεπε. Έζησα παραπάνω απ' όσο θα έπρεπε - και δεν εννοώ το προφανές.
- Και...; έκανε αδιάφορα ο Weiss.
Ο Nosferatu ανασήκωσε τους ώμους του, ακολουθώντας το βλέμμα του Βαυαρού, για να σιγουρευτεί πως δεν έβλεπε πραγματικά κάτι.
- Δεν ξέρω, είπε. Σκεφτόμουν για μια στιγμή...
- Να με ψυχαναλύσεις; γύρισε απότομα ο Weiss. Μπορείς να μπεις πιο βίαια στο μυαλό μου, φαντάζομαι, και τουλάχιστον έτσι θα γλιτώσω τις βαθυστόχαστες κουβέντες.
Ο Nosferatu γέλασε.
- Λυπάμαι μα δεν είναι παντοδύναμος, κε Schiduff. Πολύ φοβάμαι πως θα πρέπει να σας μάθω με τον επίπονο, παλιό, καλό τρόπο.
Ο Weiss ένιωσε λίγο άσχημα για τον τρόπο που μίλησε και χαμήλωσε το βλέμμα. Άρχισε να βάζει τις σκέψεις του σε μια σειρά, για να εξηγήσει το πώς οι μνήμες από τις οποίες τον τράβηξε απότομα του είχαν δημιουργήσει μια άσχημη διάθεση. Ο Μιχάλης τον διέκοψε επίτηδες.
- Ψυχανάλυση, ε; Για μας είναι σαν να παίζεις "20 ερωτήσεις" με μια κονσέρβα, δεν νομίζεις;
Ο Weiss τον κοίταξε για λίγο πριν αρχίζει να γελάει νευρικά. Ο Nosferatu είχε δίκιο, κι αυτό ήταν η μεγαλύτερη ειρωνία απ' όλες.
- Θα ήθελα τόσο να μην ίσχυε αυτό..., είπε τελικά σοβαρεύοντας.
- Ναι, το καταλαβαίνω αυτό το συναίσθημα.
"Ιδιαίτερη;" σκέφτηκε ειρωνικά από μέσα του ο Weiss.
- Ναι, το ακούμε συχνά, απάντησε έχοντας ακόμα το βλέμμα του στο παράθυρο. Αρχίζω να πιστεύω πως όλοι μας βλέπουν σαν έναν θίασο σε περιοδεία. Μερικές φορές νομίζω κι εγώ ο ίδιος πως έτσι είναι. Φαντάζομαι πως "ιδιαίτερη" είναι ένας χαρακτηρισμός που μας υποτιμά, κατέληξε μηδιώντας.
- Έχω δει πολλά, κε Schiduff. Παραπάνω απ' όσα θα έπρεπε. Έζησα παραπάνω απ' όσο θα έπρεπε - και δεν εννοώ το προφανές.
- Και...; έκανε αδιάφορα ο Weiss.
Ο Nosferatu ανασήκωσε τους ώμους του, ακολουθώντας το βλέμμα του Βαυαρού, για να σιγουρευτεί πως δεν έβλεπε πραγματικά κάτι.
- Δεν ξέρω, είπε. Σκεφτόμουν για μια στιγμή...
- Να με ψυχαναλύσεις; γύρισε απότομα ο Weiss. Μπορείς να μπεις πιο βίαια στο μυαλό μου, φαντάζομαι, και τουλάχιστον έτσι θα γλιτώσω τις βαθυστόχαστες κουβέντες.
Ο Nosferatu γέλασε.
- Λυπάμαι μα δεν είναι παντοδύναμος, κε Schiduff. Πολύ φοβάμαι πως θα πρέπει να σας μάθω με τον επίπονο, παλιό, καλό τρόπο.
Ο Weiss ένιωσε λίγο άσχημα για τον τρόπο που μίλησε και χαμήλωσε το βλέμμα. Άρχισε να βάζει τις σκέψεις του σε μια σειρά, για να εξηγήσει το πώς οι μνήμες από τις οποίες τον τράβηξε απότομα του είχαν δημιουργήσει μια άσχημη διάθεση. Ο Μιχάλης τον διέκοψε επίτηδες.
- Ψυχανάλυση, ε; Για μας είναι σαν να παίζεις "20 ερωτήσεις" με μια κονσέρβα, δεν νομίζεις;
Ο Weiss τον κοίταξε για λίγο πριν αρχίζει να γελάει νευρικά. Ο Nosferatu είχε δίκιο, κι αυτό ήταν η μεγαλύτερη ειρωνία απ' όλες.
- Θα ήθελα τόσο να μην ίσχυε αυτό..., είπε τελικά σοβαρεύοντας.
- Ναι, το καταλαβαίνω αυτό το συναίσθημα.
Δευτέρα 21 Νοεμβρίου 2011
Τα μάτια του Σετίτη άνοιξαν απότομα. Με μεγάλη προσπάθεια γύρισε το κεφάλι του σε αναζήτηση μιας άφαντης απειλής. Τα όνειρά του, όποια και αν ήταν, γλιστρούσαν στη λήθη και τη θέση τους έπερνε η ανησυχία. Το σπασμένο ψηφιακό ρολόι στο κομοδίνο έδειχνε μόλις 2 ώρες μετά το μεσημέρι. Κανένας ήχος, καμία εικόνα δεν απάντησε στον απορημένο Σετίτη, μα οι μνήμες της επίθεσης στον Vladimir ήταν νωπές ακόμα και ο Σετίτης έβαλε τα δυνατά του να μείνει ξύπνιος αρκετά ώστε να σιγουρευτεί πως όλα ήταν εντάξει. Δύο λεπτά πέρασαν στην απόλυτη ησυχία. Ο Ερμής όμως δεν μπορούσε να ηρεμήσει. Τότε ήταν που οι κραυγές του Σανκάρ μαχαίρωσαν τη σιωπή ξανά, τινάζοντας τον Σετίτη σαν ηλεκτροσόκ.
Διστακτικά πέταξε ένα κομμάτι ύφασμα στο μικρό πορτατίφ και το άναψε, αποστρέφοντας αηδιασμένος το βλέμμα του απ' αυτό. Γύρισε αργά, πιστεύοντας πως θα αντικρίσει μια βίαιη σκηνή, σφίγγοντας στα χέρια του το μπαστούνι του. Για δευτερόλεπτα το μυαλό του φαινόταν να του παίζει παιχνίδια, εναλλάσσοντας στιγμιαία την εικόνα ενός ήσυχα κοιμώμενου Σανκάρ, με μία τελείως διαφορετική: το Σανκάρ, αλυσοδεμένο στο κρεβάτι του να ουρλιάζει σε εκστασιασμένος σε ερωτική περίπτυξη με μια άυλη μορφή, σαν δαιμονικό φάντασμα. Η οπτασία δεν διήρκεσε παρά μερικές στιγμές, μα η ανησυχία του Ερμή εντάθηκε. Πλησίασε με επιφυλακτικά βήματα ώσπου βρέθηκε πάνω από το ακίνητο σώμα του Σανκάρ, ψάχνοντας με σπασμωδικές κινήσεις στο κενό τον αόρατο εχθρό, χωρίς επιτυχία.
Σκεφτικός, πήρε το μπαστούνι του με το φυλαχτό του Σετ σκαλισμένο στην κεφαλή, και το τοποθέτησε ανάμεσα στα σταυρωμένο στο στέρνο χέρια του Σανκάρ. Ήξερε πως ο λήθαργος θα τον ζητούσε πίσω σύντομα και αποφάσισε να γυρίσει στο κρεβάτι του. Στα μέσα της διαδρομής, συνειδητοποίησε κάτι που τον έκανε να παγώσει και να τρέξει πίσω. Έπιασε ξανά έντρομος τα χέρια του Σανκάρ και συνειδητοποίησε πως δεν είχε κάνει λάθος: τα χέρια του φίλου του έκαιγαν, σαν σε πυρετό. Τότε πρόσεξε κάτι ακόμα πιο τρομακτικό και παραμερίζοντας τα χέρια του Σανκάρ, κοίταξε το έγκαυμα σε σχήμα ενός τερατώδους χεριού στο στέρνο του.
Διστακτικά πέταξε ένα κομμάτι ύφασμα στο μικρό πορτατίφ και το άναψε, αποστρέφοντας αηδιασμένος το βλέμμα του απ' αυτό. Γύρισε αργά, πιστεύοντας πως θα αντικρίσει μια βίαιη σκηνή, σφίγγοντας στα χέρια του το μπαστούνι του. Για δευτερόλεπτα το μυαλό του φαινόταν να του παίζει παιχνίδια, εναλλάσσοντας στιγμιαία την εικόνα ενός ήσυχα κοιμώμενου Σανκάρ, με μία τελείως διαφορετική: το Σανκάρ, αλυσοδεμένο στο κρεβάτι του να ουρλιάζει σε εκστασιασμένος σε ερωτική περίπτυξη με μια άυλη μορφή, σαν δαιμονικό φάντασμα. Η οπτασία δεν διήρκεσε παρά μερικές στιγμές, μα η ανησυχία του Ερμή εντάθηκε. Πλησίασε με επιφυλακτικά βήματα ώσπου βρέθηκε πάνω από το ακίνητο σώμα του Σανκάρ, ψάχνοντας με σπασμωδικές κινήσεις στο κενό τον αόρατο εχθρό, χωρίς επιτυχία.
Σκεφτικός, πήρε το μπαστούνι του με το φυλαχτό του Σετ σκαλισμένο στην κεφαλή, και το τοποθέτησε ανάμεσα στα σταυρωμένο στο στέρνο χέρια του Σανκάρ. Ήξερε πως ο λήθαργος θα τον ζητούσε πίσω σύντομα και αποφάσισε να γυρίσει στο κρεβάτι του. Στα μέσα της διαδρομής, συνειδητοποίησε κάτι που τον έκανε να παγώσει και να τρέξει πίσω. Έπιασε ξανά έντρομος τα χέρια του Σανκάρ και συνειδητοποίησε πως δεν είχε κάνει λάθος: τα χέρια του φίλου του έκαιγαν, σαν σε πυρετό. Τότε πρόσεξε κάτι ακόμα πιο τρομακτικό και παραμερίζοντας τα χέρια του Σανκάρ, κοίταξε το έγκαυμα σε σχήμα ενός τερατώδους χεριού στο στέρνο του.
Παρασκευή 4 Νοεμβρίου 2011
- Φεύγει για Κρήτη.
- Πότε;
- Απόψε.
- Καιρός ήτανε... Κλείσε μου εισιτήρια. Έχω να πω δυο λογάκια με αυτούς τους καριόληδες.
Έκλεισε το τηλέφωνο με δύναμη και πετάχτηκε απότομα από την καρέκλα του. Είχε έρθει η ώρα να τελειώνει μια και καλή με αυτούς. Ήταν κακά μαντάτα, το ήξερε απ' όταν είχαν εμφανιστεί στην πόλη. Και τα χέρια του ήταν δεμένα, ο Άγγελος ποτέ δεν θα δεχόταν να χυθεί αίμα ξένων στην πόλη του. Κι εκείνοι σουλατσάριζαν ανενόχλητοι κάθε νύχτα. Χώνανε τη μύτη τους όπου θέλανε. Κι όμως δεν είχαν την παραμικρή ιδέα σε τι είχανε μπλέξει.
"Κι όλα αυτά εξαιτίας του Άγγελου και της γαμημένης παράδοσής του!!" Μα νισάφι πια. Είχαν ξεπεράσει τη γραμμή και αυτό που τους επιφύλασσε το είχαν προκαλέσει οι ίδιοι στους εαυτούς τους.
- Πότε;
- Απόψε.
- Καιρός ήτανε... Κλείσε μου εισιτήρια. Έχω να πω δυο λογάκια με αυτούς τους καριόληδες.
Έκλεισε το τηλέφωνο με δύναμη και πετάχτηκε απότομα από την καρέκλα του. Είχε έρθει η ώρα να τελειώνει μια και καλή με αυτούς. Ήταν κακά μαντάτα, το ήξερε απ' όταν είχαν εμφανιστεί στην πόλη. Και τα χέρια του ήταν δεμένα, ο Άγγελος ποτέ δεν θα δεχόταν να χυθεί αίμα ξένων στην πόλη του. Κι εκείνοι σουλατσάριζαν ανενόχλητοι κάθε νύχτα. Χώνανε τη μύτη τους όπου θέλανε. Κι όμως δεν είχαν την παραμικρή ιδέα σε τι είχανε μπλέξει.
"Κι όλα αυτά εξαιτίας του Άγγελου και της γαμημένης παράδοσής του!!" Μα νισάφι πια. Είχαν ξεπεράσει τη γραμμή και αυτό που τους επιφύλασσε το είχαν προκαλέσει οι ίδιοι στους εαυτούς τους.
Κοίταζε τα ήσυχα νερά του κόλπου να σχίζονται στο πέρασμα της χρυσής βάρκας, ήσυχα, αβίαστα, στο ρυθμό του μοναδικού κωπηλάτη. Βγήκε στο μικρό μπαλκονάκι και ακούμπησε στην κουπαστή. Χαμογελούσε, μα κανείς δεν θα μπορούσε να μαντέψει τον λόγο.
- Βλέπεις, Λενιώ, δεν είμαι μόνη μου...
- Το φοβόσουν αυτό, έτσι δεν είναι;
Η Μορτίσια έγνεψε καταφατικά και το χαμόγελο εξαφανίστηκε σταδιακά από τα χείλη της.
- Θα μάθουν τι έγινε. Θα έρθουν με φωτιά κι ατσάλι, όπως τόσες φορές στο παρελθόν. Θα σβήσω και μαζί μου κι εσείς...
- Βλέπεις, Λενιώ, δεν είμαι μόνη μου...
- Το φοβόσουν αυτό, έτσι δεν είναι;
Η Μορτίσια έγνεψε καταφατικά και το χαμόγελο εξαφανίστηκε σταδιακά από τα χείλη της.
- Θα μάθουν τι έγινε. Θα έρθουν με φωτιά κι ατσάλι, όπως τόσες φορές στο παρελθόν. Θα σβήσω και μαζί μου κι εσείς...
Τρίτη 5 Ιουλίου 2011
Κοίταξε ερευνητικά το κτίριο, από την πολυτελέστατη είσοδο όπου οι υπάλληλοι ντυμένοι με μια γελοία μπορντώ στολή έτρεχαν να προλάβουν τους επισκέπτες που κατέφταναν, έως την αθέατη κορυφή του κτιρίου, περνώντας την φωτισμένη πρόσοψη που μετρούσε τουλάχιστον 15 σειρές παράθυρα. Το δυσοίωνο "G" στην πρόσκληση τού προκαλούσε μια νευρικότητα, την οποία ενίσχυσαν οι καθόλου διακριτικοί μπράβοι που στεκόντουσαν εκατέρωθεν της εισόδου. Αυτή η έλλειψη διακριτικότητας και η ανέμελη επίδειξη δύναμης ήταν συνήθως γνώρισμα μιας συγκεκριμένης οικογένειας - μιας φαμίλιας. Κοίταξε και πάλι το μέιλ στο κινητό του, διαβάζοντας τις πρώτες γραμμές που απλόχερα και ξεδιάντροπα υπόσχονταν ανταμοιβές. Γέλασε, μα αποφάσισε να κάνει τη χάρη στον τυχοδιώκτη μέσα του. Σκέφτηκε για μια στιγμή πως το όνομά του πρέπει να είχε γίνει πολύ γνωστό, κι όσο ανησυχητικό κι αν ήταν αυτό, τουλάχιστον θα το εκμεταλλευόταν.
Προχώρησε αποφασιστικά προς το εσωτερικό, αγνοώντας επιδεικτικά τους άντρες της ασφάλειας. Μετά από μια μικρή παύση στη ρεσεψιόν για να προσανατολιστεί από την πολύ εξυπηρετική κονσιέρζ μπήκε στο ασανσέρ, ανταποδίδοντας τον απρόθυμο χαιρετισμό του υπαλλήλου.
"Ρετιρέ..."
Προχώρησε αποφασιστικά προς το εσωτερικό, αγνοώντας επιδεικτικά τους άντρες της ασφάλειας. Μετά από μια μικρή παύση στη ρεσεψιόν για να προσανατολιστεί από την πολύ εξυπηρετική κονσιέρζ μπήκε στο ασανσέρ, ανταποδίδοντας τον απρόθυμο χαιρετισμό του υπαλλήλου.
"Ρετιρέ..."
Δευτέρα 4 Ιουλίου 2011
Ο ήχος της βρύσης γέμιζε το ήσυχο καταφύγιο, όπως το τρεχούμενο νερό γέμιζε την βρώμικη μπανιέρα. Ήταν το τέλος μια γεμάτης μέρας και ένα χαλαρωτικό μπάνιο - ή τουλάχιστον η ψευδαίσθηση της χαλάρωσης - υποσχόταν έναν πιο ήσυχο ύπνο, ίσως ορφανό από τα δυσάρεστα όνειρα που στοίχειωναν τις προηγούμενες νύχτες. Ο εποχές που ένα μπράντυ κι ένα παχύ, κουβανέζικο πούρο θα τον νανούριζαν σαν μωρό, είχαν περάσει ανεπιστρεπτί, μα συνέχιζε να τις αναπολεί. Στην πραγματικότητα τις ήθελε πίσω, μα αυτή ήταν μια δυσοίωνη κατηφόρα που οδηγούσε σε γκρεμούς, κοινωνικούς, προσωπικούς, φιλοσοφικούς, τους οποίους δεν ήθελε να σκέφτεται καν. Δεν θα γινόταν ένας απ' αυτούς τους παρανοϊκούς, απελπισμένους απόκληρους, με μια επικίνδυνη και αδιέξοδη ψύχωση για την επιστροφή. Ειχε έρθει από έναν παράλληλο κόσμο βασιλιάς - δεν θα κατέληγε ο τρελος του χωριού. Κι ας είχε μπει σε ξένα χωράφια, κι ας τον είχαν παρατήσει στη μοίρα του, σαν Μεξικάνο πρόσφυγα μουσκεμένο ακόμα από τα λασπωμένα νερά του Rio Grande, εκείνος θα επιβίωνε - και ακόμα περισσότερο: θα δίδασκε σε αυτούς τους αρχαίους, μαραμένους, ψωνισμένους καριόληδες τι μπορούσε να κάνει ένας Καρχαρίας του 21ου αιώνα.
Πέμπτη 16 Ιουνίου 2011
Underground
Η σιδερένια μάσκα λούστηκε στο αίμα καθώς έπεσε το τελευταίο κτηνώδες χτύπημα. Το πλήθος, φανατισμένο και απάνθρωπο, εκστασιάστηκε. Τα μυώδη, παραμορφωμένα χέρια υψώθηκαν για να στραγγίξουν κάθε ουρλιαχτό που τα πνευμόνια των θαυμαστών του μπορούσαν να αποδώσουν. Η μυρωδιά κύλησε στις εγκοπές του προσωπείου μαζί με το ζεστό, λατρεμένο και επικίνδυνο για τις περιστάσεις σφρίγος. Το κτήνος μέσα του λυσσομανούσε, σίγουρο πως θα επικρατήσει. Τότε ήταν που η ματωμένη φιγούρα στα γόνατα του Nosferatu τινάχτηκε, σαν να τη διαπερνούσαν ξάφνου χιλιάδες βολτ. Κόντρα σε κάθε στοίχημα ο διαιτητής δεν πρόφτασε να ανακυρηξει νικητή και η μάχη άναψε ξανά, με τον προ δευτερολεπτων ημίνεκρο παλαιστή να ορμά σαν ζώο στον μασκοφόρο άντρα, χτυπώντας, κλωτσώντας και δαγκώνοντας. Το κοινό έμεινε με κομμένη την ανάσα από αυτήν την απερίγραπτη ανάσταση. Ο Nosferatu, εν αγνοία όλων, χαμογελούσε πλατιά.
Πρώτο χτύπημα - για το γόητρο του αντιπάλου.
Δεύτερο - για το κοινό.
Δεν δέχτηκε τρίτο. Η γροθιά του προσγειώθηκε με ακρίβεια στο σαγόνι του φρενήρη άντρα και τον έστειλε μέτρα μακριά, αναίσθητο και ηττημένο. Τότε το σόου άρχισε, μα όχι για το κοινό αυτή τη φορά. Τώρα το μόνο που είχε σημασια ήταν να εντυπωσιαστεί το Κτήνος - κάτι που θα απαιτούσε αρκετή ωμότητα για να διώξει και τον πιο σκληροτράχηλο φανατικό οπαδό...
Πρώτο χτύπημα - για το γόητρο του αντιπάλου.
Δεύτερο - για το κοινό.
Δεν δέχτηκε τρίτο. Η γροθιά του προσγειώθηκε με ακρίβεια στο σαγόνι του φρενήρη άντρα και τον έστειλε μέτρα μακριά, αναίσθητο και ηττημένο. Τότε το σόου άρχισε, μα όχι για το κοινό αυτή τη φορά. Τώρα το μόνο που είχε σημασια ήταν να εντυπωσιαστεί το Κτήνος - κάτι που θα απαιτούσε αρκετή ωμότητα για να διώξει και τον πιο σκληροτράχηλο φανατικό οπαδό...
Δευτέρα 23 Μαΐου 2011
Η νύχτα απόψε ήταν φωτεινή, τόσο φωτεινή που έκανε το ευμεγέθες τερατούργημα να νιώθει άβολα. Τού είχαν περιγράψει τη Νέα Υόρκη, μα -όπως σιγά σιγά άρχισε να μαθαίνει- η πραγματικότητα απείχε πολύ από τις άνεπαρκείς περιγραφες των θνητών. Ευχήθηκε να τού είχε δώσει μια περιγραφή ένας αθάνατος, ίσως ο πολυαγαπημένος του Μπωντλέρ, ώστε να μπορέσει να προετοιμαστεί. Αλίμονο, οι μικροαπατεώνες και οι μεθύστακες, που αποτελούσαν τον κύκλο των επαφών του, δεν ήταν ποιητές. Κι η Νέα Υόρκη δεν ήταν απλά μια "τεράστια πόλη, μια πόλη που δεν κοιμάται, μια πόλη με πολλά πολλά φώτα, τεράστια κτίρια και φασαρία". Δεν μπορούσε να βρει ο ίδιος τις λέξεις, μα αν σε μια ζυγαριά η μαύρη άβυσσος ισορροπούσε με κάτι, αυτό θα ήταν η κολοσσιαία Μητρόπολη που ατένιζε από ψηλά. Και με έναν στεναγμό απογοήτευσης άρχισε την κάθοδό του.
Η απλησίαστη ταράτσα του ουρανοξύστη θα του έδινε την κάλυψη που χρειαζόταν ώστε να μεταμφιεστεί, μήπως και μπορούσε να περπατήσει διακριτικά στους τεράστιους πολυσύχναστους δρόμους. Άνοιξε την παλιομοδίτικη βαλίτσα του και την έφερε στο φως. Σήκωσε έναν κίτρινο φάκελο και τον άνοιξε, φυλλομετρώντας τις σημειώσεις που τον προμήθευσε ο εργοδότης του. Σταμάτησε στο φύλλο που έγραφε για κάποιον ΧΨΖ.
"Tremere..." μουρμούρησε. "Μπορεί και να το διασκεδάσω αυτό..."
Η απλησίαστη ταράτσα του ουρανοξύστη θα του έδινε την κάλυψη που χρειαζόταν ώστε να μεταμφιεστεί, μήπως και μπορούσε να περπατήσει διακριτικά στους τεράστιους πολυσύχναστους δρόμους. Άνοιξε την παλιομοδίτικη βαλίτσα του και την έφερε στο φως. Σήκωσε έναν κίτρινο φάκελο και τον άνοιξε, φυλλομετρώντας τις σημειώσεις που τον προμήθευσε ο εργοδότης του. Σταμάτησε στο φύλλο που έγραφε για κάποιον ΧΨΖ.
"Tremere..." μουρμούρησε. "Μπορεί και να το διασκεδάσω αυτό..."
Παρασκευή 25 Μαρτίου 2011
Οι δεκατέσσερις φιγούρες σηκώθηκαν αργά, νωχελικά από τις ξύλινες κάσες τους, τις έκλεισαν ευλαβικά, σαν μοναχοί που στρώνουν τα κρεβάτια τους σιγομουρμουρίζοντας προσευχές στον Κύριο, που τους ευλόγησε με έναν ήσυχο ύπνο. Το ελάχιστο φως από τα δεκατρία μικρά φανάρια δημιουργούσε ένα τρεμουλιαστό θέατρο σκιών απίστευτης φρίκης στους τοίχους του ελλειψοειδούς σπηλαίου, καθώς οι δύσμορφες, στραβοχυμένες φιγούρες περπατούσαν η καθεμία με τον δικό της αδέξιο τρόπο προς το κέντρο του δωματίου.
Δεκατέσσερα χέρια απλώθηκαν και άρπαξαν τα δεκατρία μικρά φανάρια από τον τεράστιο κυκλικό πάγκο τριγύρω από το γιγάντιο δέντρο, που δέσποζε στο κέντρο του σπηλαίου.
"Η Δωδέκατη μέρα έφτασε. Έχουμε διορία μέχρι το ξημέρωμα."
Συντονισμένα οι Δεκατέσσερεις γύρισαν και περπάτησαν γοργά προς τις δεκατρείς εξόδους και από κει στον έξω κόσμο.
Τον κόσμο που τους ξέχασε, τον κόσμο που τους θυμήθηκε, τον κόσμο που θα τους ξεχάσει και πάλι.
Τον κόσμο που τους έχει περισσότερο ανάγκη απ' όσο θα μπορούσε να συνειδητοποιήσει.
Δεκατέσσερα χέρια απλώθηκαν και άρπαξαν τα δεκατρία μικρά φανάρια από τον τεράστιο κυκλικό πάγκο τριγύρω από το γιγάντιο δέντρο, που δέσποζε στο κέντρο του σπηλαίου.
"Η Δωδέκατη μέρα έφτασε. Έχουμε διορία μέχρι το ξημέρωμα."
Συντονισμένα οι Δεκατέσσερεις γύρισαν και περπάτησαν γοργά προς τις δεκατρείς εξόδους και από κει στον έξω κόσμο.
Τον κόσμο που τους ξέχασε, τον κόσμο που τους θυμήθηκε, τον κόσμο που θα τους ξεχάσει και πάλι.
Τον κόσμο που τους έχει περισσότερο ανάγκη απ' όσο θα μπορούσε να συνειδητοποιήσει.
Τρίτη 22 Μαρτίου 2011
Το Φιλί του Πατέρα
Περπάτησε μέχρι το μεγάλο βορειοανατολικό παράθυρο και παραμέρισε τις βαριές κουρτίνες, όσο χρειαζόταν για να κοιτάξει με το καλό του μάτι προς την ανατολή, στο μικρό άλσος πίσω απ' το συρματόπλεγμα. Ανοιγόκλεισε τα μάτια του και πλησίασε το τζάμι, σταματώντας πριν τα χνώτα του αρχίσουν να το θολώνουν.
"Συμβαίνει τίποτα, Εμανουήλ;" ρώτησε η βραχνή γυναικεία φωνή πίσω από τα πέπλα του κατάλευκου νυφικού κρεβατιού στο κέντρο του δωματίου. Ο γέρος ξεκόλλησε με αργές κινήσεις απ' το παρατηρητήριό του και στηρίζοντας το κουρασμένο κορμί του στην ξύλινη πατερίτσα, γύρισε προς την κυρά, απαντώντας μελαγχολικά "όλα είναι όπως πρέπει να είναι".
Τα λόγια αυτά καθησύχασαν τη γερασμένη γυναίκα, μα δεν μπορούσε να αποτινάξει την ανησυχία που την είχε κυριεύσει από νωρίς εκείνη τη νύχτα. Σήκωσε νωχελικά το λεπτεπίλεπτο χέρι της και έκανε νόημα στον υπηρέτη της να πλησιάσει. Τα μάτια του έλαμψαν και προσπάθησε να πνίξει ένα χαμόγελό, ενώ επιτάχυνε το κουτσό βήμα του. Παραμέρισε το αραχνοΰφαντο πέπλο και κοίταξε την κακογερασμένη γυναίκα, θάβοντας ένα βλέμμα λύπησης και αποστροφής κάτω από ένα ειρωνικό σχεδόν χαμογελο. Η γυναίκα άνοιξε τα μάτια της, θολά και άψυχα, και τον παρακάλεσε γλυκά:
"Φίλησέ με για καλημέρα, όπως ο Πατέρας..."
Εκείνος έγειρε με κόπο και την ασπάστηκε στο πορσελάνινο κούτελο. Ύστερα της ευχήθηκε όνειρα γλυκά και έκανε να σηκωθεί, όταν ένιωσε την απότομη λαβή της γυναίκας στον καρπό του. Με το άλλο της χερι ψηλάφησε τον λαιμό της, πιάνοντας μια λεπτή ασημένια αλυσίδα και έπειτα μέσα από το μαραμένο της μπούστο αποκάλυψε ένα βαρύ, επίχρυσο κλειδί. "Περίμενε... περίμενε λιγάκι..." σιγομουμούριζε στην προσπάθειά της να ταιριάξει το κλειδί στην περίτεχνα σκαλισμένη κλειδαριά του κομοδίνου δίπλα στο κρεβάτι. Ο γέρος κοίταζε ανήσυχα καθώς το χέρι της γυναίκας σχημάτιζε αφύσικες γωνίες, με το καρπό να στρέφεται δεξιά ενενήντα μοίρες και τα δάχτυλα σαν φίδια να λυγίζουν ανεξάρτητα από κλειδώσεις και φάλαγγες. Το πρώτο κλικ της κλειδαριάς τον έκανε να συνέλθει, μα έμεναν δύο ακόμα για να ανοίξει τρίζοντας το ξύλινο πορτάκι.
Αυτή τη φορά χρειάστηκε να λυγίσει ο αγώνας προς την αντίθετη κατεύθυνη για να φτάσει και να βγάλει από την κρυψώνα του ένα ευμεγέθες βιβλίο, ντυμένο με ένα ασημένιο εξώφυλλο, στολισμένο με μικρά και μεγάλα κομματια αμέθυστου και διαμαντιού, τα οποία πλαισίωναν έναν μακάβριο θυρεό, σκαλισμένο σε διαφορετική κλίμακα από τις υπόλοιπες σκηνές, εξίσου ανατριχιαστικές, σαν κυνικές καρικατούρες των αρχαιοελληνικών ζωοφόρων, δοσμένες με την τέχνη των αγιογράφων της βυζαντινής περιόδου.
Η γερασμένη γυναίκα παραχώρησε το βιβλίο στον υπηρέτη, χωρίς να χαλαρώνει την ατσάλινη λαβή της στο ύψος του καρπού του.
"Διάβασέ μου τις ιστορίες του Πατέρα, σε παρακαλώ Εμανουήλ. Δεν θα με πάρει αλλιώς ο ύπνος".
Ο γέρος παραπονέθηκε: "Δεν μένει, πολύ φοβάμαι, αρκετή ώρα. Ίσως να ξεκουραζόσαστε..."
"Διάβασε!!" πρόσταξε απότομα η γυναίκα, κι η φωνή της πήρε μια εξωανθρώπινη χροιά, η οποία από μόνη της ήταν ικανή να σιγουρέψει πως η διαταγή δεν θα παρακουστεί. Ο υπερήλικας υπηρέτης με έναν στεναγμό άνοιξε το βαρύ βιβλίο και το μάτι του έπεσε στον πορφυρό σελιδοδείκτη. Γύρισε γοργά τις σελίδες και κατέληξε σε ένα δισέλιδο, γραμμένο από τη μία με βαθυκόκκινο μελάνι, κι από την άλλη διακοσμημένο με μια γοτθική γκραβούρα. Απεικόνιζε μια βάρβαρη σκηνή, έναν όμορφο, ευγενή πολεμιστή να σφαγιάζει λυσσασμένος τρεις γυναίκες που τρέχουν να σωθούν, ενώ στο βάθος μια νεαρή κοπέλα προσπαθεί να αποφύγει το θέαμα βουτώντας στην αγκαλιά μιας μαυροντυμένης φιγούρας.
Ο γέρος περιεργάστηκε την εικόνα για λίγο, μα τον διέκοψε η επόμενη απαίτηση της κυρίας του.
"Άρχισε", τον προέτρεψε κλείνοντας τα μάτια. Εκείνος υπάκουσε αρχίζοντας την ανάγνωση του καλλιτεχνικά γραμμένου λατινικού κειμένου.
(...)
Τα μάτια του άρχισαν να πονούν, γεγονός που του φάνηκε περίεργο. Για πρώτη φορά απ' όταν άρχισε την ανάγνωση πήρε το βλέμμα του στιγμιαία από το βιβλίο. Συνειδητοποίησε πως είχε απορροφηθεί τόσο από το κείμενο, που δεν αντελήφθη την αλλαγή πάνω του: το δέρμα του είχε αποκτήσει την φυσική του μελαψή απόχρωση, σημάδι πως η μεταμφίεσή του είχε πλέον αχρηστευθεί - μα ακόμα πιο ανησυχητικό, το δέρμα του είχε διατηρήσει την γήρανση. Ανήσυχος γύρισε απότομα το κεφάλι του προς τη γυναίκα, η οποία - συνειδητοποιούσε τώρα - δεν είχε χαλαρώσει ούτε στιγμή την αφύσικα δυνατή λαβή της, ούτε είχε τραβήξει τα μάτια της από πάνω του, τα γυάλινα, κάτασπρα τώρα μάτια, που πλαισιώνονταν πλέον από ένα χαμόγελο παγερής αυταρέσκειας, και που τον μαγνήτισαν, ανοίγοντας το μυαλό του βίαια, σαν λοστός κι όχι σαν αντικλείδι.
"Τώρα ξέρεις τα πάντα" είπε "μα κυρίως ξέρεις πως δεν είσαι αρκετός, νεαρέ πολεμιστή του Haqim. Κι αυτό για σένα είναι μοίρα ζοφερή, χειρότερη απ' αυτήν που σου επιφυλάσσω. Γι' αυτό, στο όνομα του Χριστού και της Παναγίας, σε λυτρώνω διά παντος..."
"Συμβαίνει τίποτα, Εμανουήλ;" ρώτησε η βραχνή γυναικεία φωνή πίσω από τα πέπλα του κατάλευκου νυφικού κρεβατιού στο κέντρο του δωματίου. Ο γέρος ξεκόλλησε με αργές κινήσεις απ' το παρατηρητήριό του και στηρίζοντας το κουρασμένο κορμί του στην ξύλινη πατερίτσα, γύρισε προς την κυρά, απαντώντας μελαγχολικά "όλα είναι όπως πρέπει να είναι".
Τα λόγια αυτά καθησύχασαν τη γερασμένη γυναίκα, μα δεν μπορούσε να αποτινάξει την ανησυχία που την είχε κυριεύσει από νωρίς εκείνη τη νύχτα. Σήκωσε νωχελικά το λεπτεπίλεπτο χέρι της και έκανε νόημα στον υπηρέτη της να πλησιάσει. Τα μάτια του έλαμψαν και προσπάθησε να πνίξει ένα χαμόγελό, ενώ επιτάχυνε το κουτσό βήμα του. Παραμέρισε το αραχνοΰφαντο πέπλο και κοίταξε την κακογερασμένη γυναίκα, θάβοντας ένα βλέμμα λύπησης και αποστροφής κάτω από ένα ειρωνικό σχεδόν χαμογελο. Η γυναίκα άνοιξε τα μάτια της, θολά και άψυχα, και τον παρακάλεσε γλυκά:
"Φίλησέ με για καλημέρα, όπως ο Πατέρας..."
Εκείνος έγειρε με κόπο και την ασπάστηκε στο πορσελάνινο κούτελο. Ύστερα της ευχήθηκε όνειρα γλυκά και έκανε να σηκωθεί, όταν ένιωσε την απότομη λαβή της γυναίκας στον καρπό του. Με το άλλο της χερι ψηλάφησε τον λαιμό της, πιάνοντας μια λεπτή ασημένια αλυσίδα και έπειτα μέσα από το μαραμένο της μπούστο αποκάλυψε ένα βαρύ, επίχρυσο κλειδί. "Περίμενε... περίμενε λιγάκι..." σιγομουμούριζε στην προσπάθειά της να ταιριάξει το κλειδί στην περίτεχνα σκαλισμένη κλειδαριά του κομοδίνου δίπλα στο κρεβάτι. Ο γέρος κοίταζε ανήσυχα καθώς το χέρι της γυναίκας σχημάτιζε αφύσικες γωνίες, με το καρπό να στρέφεται δεξιά ενενήντα μοίρες και τα δάχτυλα σαν φίδια να λυγίζουν ανεξάρτητα από κλειδώσεις και φάλαγγες. Το πρώτο κλικ της κλειδαριάς τον έκανε να συνέλθει, μα έμεναν δύο ακόμα για να ανοίξει τρίζοντας το ξύλινο πορτάκι.
Αυτή τη φορά χρειάστηκε να λυγίσει ο αγώνας προς την αντίθετη κατεύθυνη για να φτάσει και να βγάλει από την κρυψώνα του ένα ευμεγέθες βιβλίο, ντυμένο με ένα ασημένιο εξώφυλλο, στολισμένο με μικρά και μεγάλα κομματια αμέθυστου και διαμαντιού, τα οποία πλαισίωναν έναν μακάβριο θυρεό, σκαλισμένο σε διαφορετική κλίμακα από τις υπόλοιπες σκηνές, εξίσου ανατριχιαστικές, σαν κυνικές καρικατούρες των αρχαιοελληνικών ζωοφόρων, δοσμένες με την τέχνη των αγιογράφων της βυζαντινής περιόδου.
Η γερασμένη γυναίκα παραχώρησε το βιβλίο στον υπηρέτη, χωρίς να χαλαρώνει την ατσάλινη λαβή της στο ύψος του καρπού του.
"Διάβασέ μου τις ιστορίες του Πατέρα, σε παρακαλώ Εμανουήλ. Δεν θα με πάρει αλλιώς ο ύπνος".
Ο γέρος παραπονέθηκε: "Δεν μένει, πολύ φοβάμαι, αρκετή ώρα. Ίσως να ξεκουραζόσαστε..."
"Διάβασε!!" πρόσταξε απότομα η γυναίκα, κι η φωνή της πήρε μια εξωανθρώπινη χροιά, η οποία από μόνη της ήταν ικανή να σιγουρέψει πως η διαταγή δεν θα παρακουστεί. Ο υπερήλικας υπηρέτης με έναν στεναγμό άνοιξε το βαρύ βιβλίο και το μάτι του έπεσε στον πορφυρό σελιδοδείκτη. Γύρισε γοργά τις σελίδες και κατέληξε σε ένα δισέλιδο, γραμμένο από τη μία με βαθυκόκκινο μελάνι, κι από την άλλη διακοσμημένο με μια γοτθική γκραβούρα. Απεικόνιζε μια βάρβαρη σκηνή, έναν όμορφο, ευγενή πολεμιστή να σφαγιάζει λυσσασμένος τρεις γυναίκες που τρέχουν να σωθούν, ενώ στο βάθος μια νεαρή κοπέλα προσπαθεί να αποφύγει το θέαμα βουτώντας στην αγκαλιά μιας μαυροντυμένης φιγούρας.
Ο γέρος περιεργάστηκε την εικόνα για λίγο, μα τον διέκοψε η επόμενη απαίτηση της κυρίας του.
"Άρχισε", τον προέτρεψε κλείνοντας τα μάτια. Εκείνος υπάκουσε αρχίζοντας την ανάγνωση του καλλιτεχνικά γραμμένου λατινικού κειμένου.
(...)
Τα μάτια του άρχισαν να πονούν, γεγονός που του φάνηκε περίεργο. Για πρώτη φορά απ' όταν άρχισε την ανάγνωση πήρε το βλέμμα του στιγμιαία από το βιβλίο. Συνειδητοποίησε πως είχε απορροφηθεί τόσο από το κείμενο, που δεν αντελήφθη την αλλαγή πάνω του: το δέρμα του είχε αποκτήσει την φυσική του μελαψή απόχρωση, σημάδι πως η μεταμφίεσή του είχε πλέον αχρηστευθεί - μα ακόμα πιο ανησυχητικό, το δέρμα του είχε διατηρήσει την γήρανση. Ανήσυχος γύρισε απότομα το κεφάλι του προς τη γυναίκα, η οποία - συνειδητοποιούσε τώρα - δεν είχε χαλαρώσει ούτε στιγμή την αφύσικα δυνατή λαβή της, ούτε είχε τραβήξει τα μάτια της από πάνω του, τα γυάλινα, κάτασπρα τώρα μάτια, που πλαισιώνονταν πλέον από ένα χαμόγελο παγερής αυταρέσκειας, και που τον μαγνήτισαν, ανοίγοντας το μυαλό του βίαια, σαν λοστός κι όχι σαν αντικλείδι.
"Τώρα ξέρεις τα πάντα" είπε "μα κυρίως ξέρεις πως δεν είσαι αρκετός, νεαρέ πολεμιστή του Haqim. Κι αυτό για σένα είναι μοίρα ζοφερή, χειρότερη απ' αυτήν που σου επιφυλάσσω. Γι' αυτό, στο όνομα του Χριστού και της Παναγίας, σε λυτρώνω διά παντος..."
Εγγραφή σε:
Αναρτήσεις (Atom)