Οι δεκατέσσερις φιγούρες σηκώθηκαν αργά, νωχελικά από τις ξύλινες κάσες τους, τις έκλεισαν ευλαβικά, σαν μοναχοί που στρώνουν τα κρεβάτια τους σιγομουρμουρίζοντας προσευχές στον Κύριο, που τους ευλόγησε με έναν ήσυχο ύπνο. Το ελάχιστο φως από τα δεκατρία μικρά φανάρια δημιουργούσε ένα τρεμουλιαστό θέατρο σκιών απίστευτης φρίκης στους τοίχους του ελλειψοειδούς σπηλαίου, καθώς οι δύσμορφες, στραβοχυμένες φιγούρες περπατούσαν η καθεμία με τον δικό της αδέξιο τρόπο προς το κέντρο του δωματίου.
Δεκατέσσερα χέρια απλώθηκαν και άρπαξαν τα δεκατρία μικρά φανάρια από τον τεράστιο κυκλικό πάγκο τριγύρω από το γιγάντιο δέντρο, που δέσποζε στο κέντρο του σπηλαίου.
"Η Δωδέκατη μέρα έφτασε. Έχουμε διορία μέχρι το ξημέρωμα."
Συντονισμένα οι Δεκατέσσερεις γύρισαν και περπάτησαν γοργά προς τις δεκατρείς εξόδους και από κει στον έξω κόσμο.
Τον κόσμο που τους ξέχασε, τον κόσμο που τους θυμήθηκε, τον κόσμο που θα τους ξεχάσει και πάλι.
Τον κόσμο που τους έχει περισσότερο ανάγκη απ' όσο θα μπορούσε να συνειδητοποιήσει.
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου