Η σιδερένια μάσκα λούστηκε στο αίμα καθώς έπεσε το τελευταίο κτηνώδες χτύπημα. Το πλήθος, φανατισμένο και απάνθρωπο, εκστασιάστηκε. Τα μυώδη, παραμορφωμένα χέρια υψώθηκαν για να στραγγίξουν κάθε ουρλιαχτό που τα πνευμόνια των θαυμαστών του μπορούσαν να αποδώσουν. Η μυρωδιά κύλησε στις εγκοπές του προσωπείου μαζί με το ζεστό, λατρεμένο και επικίνδυνο για τις περιστάσεις σφρίγος. Το κτήνος μέσα του λυσσομανούσε, σίγουρο πως θα επικρατήσει. Τότε ήταν που η ματωμένη φιγούρα στα γόνατα του Nosferatu τινάχτηκε, σαν να τη διαπερνούσαν ξάφνου χιλιάδες βολτ. Κόντρα σε κάθε στοίχημα ο διαιτητής δεν πρόφτασε να ανακυρηξει νικητή και η μάχη άναψε ξανά, με τον προ δευτερολεπτων ημίνεκρο παλαιστή να ορμά σαν ζώο στον μασκοφόρο άντρα, χτυπώντας, κλωτσώντας και δαγκώνοντας. Το κοινό έμεινε με κομμένη την ανάσα από αυτήν την απερίγραπτη ανάσταση. Ο Nosferatu, εν αγνοία όλων, χαμογελούσε πλατιά.
Πρώτο χτύπημα - για το γόητρο του αντιπάλου.
Δεύτερο - για το κοινό.
Δεν δέχτηκε τρίτο. Η γροθιά του προσγειώθηκε με ακρίβεια στο σαγόνι του φρενήρη άντρα και τον έστειλε μέτρα μακριά, αναίσθητο και ηττημένο. Τότε το σόου άρχισε, μα όχι για το κοινό αυτή τη φορά. Τώρα το μόνο που είχε σημασια ήταν να εντυπωσιαστεί το Κτήνος - κάτι που θα απαιτούσε αρκετή ωμότητα για να διώξει και τον πιο σκληροτράχηλο φανατικό οπαδό...