Πέμπτη 1 Δεκεμβρίου 2011

Ο Πρώτος Κόσμος

Υπάρχουν πολλοί δρόμοι για να αντιμετωπίσεις έναν εχθρό, σίγουρα μια ομάδα με τέτοια ποικιλλομορφία θα το γνωρίζει καλύτερα. Η λίστα σαφώς περιορίζεται όταν έχεις να κάνεις με μια τόσο θανάσιμη και σκοτεινή ύπαρξη. Τα συμβατικά όπλα όμως, ο τρόπος που έχετε συνηθίσει να φέρετε, ακόμα και όσα είναι προέκταση των υπερφυσικών σας δυνάμεων, δεν θα καταφέρουν ούτε ένα πλήγμα πιθανότατα σε αυτό το πλάσμα.
Ο Muhandis κάποτε έκανε το λάθος να πιστεύει στις δυνάμεις του αυτές. Δεν τον αδικώ, μα ήταν τόσο μάταιο. Έκοψε δεκάδες υπηρέτες στο διάβα του, μα ο Δαίμονας είναι κάτι πέρα από οτιδήποτε φαντάζεστε - από οτιδήποτε φανταζόμαστε τότε. Πάντα κυνηγούσαμε Baali, βαμπίρ που έφεραν τα δώρα τέτοιων πλασμάτων, υπηρέτες τους για όλη τους τη μιαρή ύπαρξη. Όσο δύσκολο και να ήταν, πάντα η σωστή μέθοδος, η οργάνωση και η σταθερότητα προλάβαιναν το χάος.
[...]
Κάποτε πολεμήσαμε τόσο, χάσαμε τόσους συμμάχους, που αρχίσαμε να αμφισβητούμε το δρόμο μας. Πότε οι απώλειες αρχίζουν να γίνονται πολλές, πότε το κόστος ξεπερνά το καθήκον; Θα σας πω... Εκείνη η στιγμή, εκείνη ακριβώς η στιγμή είναι όταν ο Δαίμονας χτύπησε. Τότε, όταν τα πάντα, οι ζωές μας, οι ζωές των συμμάχων μας, τα πιστεύω μας, κρέμονταν από μια κλωστή, τότε ο Δαίμονας ήταν εκεί. Και τότε αρχίζουν όλα να πάνε στραβά - όλα! Τότε μαθαίνεις τι είναι η κόλαση, όχι ένα εντυπωσιακό θέαμα, ανίερες φωτιές, ζωντανοί νεκροί, αρχαίες κατάρες. Δεν είναι αυτό. Εκείνη η στιγμή - αυτή είναι η Κόλαση. Να το περιγράψω πραγματικά είναι αδύνατον, να το κατανοήσετε αδιανόητο.
[...]
Θυμάστε πώς ήταν ο κόσμος παλιά, όταν ζούσατε; Γυρίστε αν μπορείτε νοερά σε αυτή τη στιγμή που περάσαμε όλοι, κάποια στιγμή της νέας μας ζωής, όταν τα πάντα είχαν αλλάξει και μόλις αρχίζαμε να το δεχόμαστε. Για μένα ήταν ένα θαύμα, μια αποκάλυψη. Κι όταν αυτό που έβλεπα το αναγνώρισα για αυτό που ήταν, όταν τα μάτια μου τα ίδια άνοιξαν για πρώτη φορά, δεν μπορούσα να το αρνηθώ - τα πάντα είχαν αλλάξει. Αυτή ήταν η πρώτη φορά. Η δεύτερη ήταν όταν βρέθηκα στην παρουσία του Δαίμονα. Τότε είδα ξανά τον κόσμο. Για τρίτη φορά. Τα μάτια μας μάς δείχνουν τον κόσμο, η κατάρα μας - όταν έρχεται, για όσους έρχεται - μας τον ξαναδείχνει, μα η ψυχή μας... Η ψυχή μας πάντα, πριν γεννηθούμε, πριν πεθάνουμε μα και μετά θάνατον, η ψυχή μας πάντα μας έδειχνε τον πραγματικό κόσμο - αυτό που λέω Πρώτο Κόσμο. Και τι είναι ο πρώτος κόσμος; Είναι ο φόβος για το σκοτάδι, δεν μπορώ να βρω άλλες λέξεις, όσο κι αν προσπάθησα. Είναι εκείνη η στιγμή που σαν μικρό παιδί, μεγάλος, νεκρός, δεν έχει σημασία, φοβήθηκες το σκοτάδι - πραγματικά φοβήθηκες το σκοτάδι. Αυτός είναι ο Πρώτος Κόσμος.

Σάββατο 26 Νοεμβρίου 2011

- Είστε μια... ιδιαίτερη συντροφιά.
"Ιδιαίτερη;" σκέφτηκε ειρωνικά από μέσα του ο Weiss.
- Ναι, το ακούμε συχνά, απάντησε έχοντας ακόμα το βλέμμα του στο παράθυρο. Αρχίζω να πιστεύω πως όλοι μας βλέπουν σαν έναν θίασο σε περιοδεία. Μερικές φορές νομίζω κι εγώ ο ίδιος πως έτσι είναι. Φαντάζομαι πως "ιδιαίτερη" είναι ένας χαρακτηρισμός που μας υποτιμά, κατέληξε μηδιώντας.
- Έχω δει πολλά, κε Schiduff. Παραπάνω απ' όσα θα έπρεπε. Έζησα παραπάνω απ' όσο θα έπρεπε - και δεν εννοώ το προφανές.
- Και...; έκανε αδιάφορα ο Weiss.
Ο Nosferatu ανασήκωσε τους ώμους του, ακολουθώντας το βλέμμα του Βαυαρού, για να σιγουρευτεί πως δεν έβλεπε πραγματικά κάτι.
- Δεν ξέρω, είπε. Σκεφτόμουν για μια στιγμή...
- Να με ψυχαναλύσεις; γύρισε απότομα ο Weiss. Μπορείς να μπεις πιο βίαια στο μυαλό μου, φαντάζομαι, και τουλάχιστον έτσι θα γλιτώσω τις βαθυστόχαστες κουβέντες.
Ο Nosferatu γέλασε.
- Λυπάμαι μα δεν είναι παντοδύναμος, κε Schiduff. Πολύ φοβάμαι πως θα πρέπει να σας μάθω με τον επίπονο, παλιό, καλό τρόπο.
Ο Weiss ένιωσε λίγο άσχημα για τον τρόπο που μίλησε και χαμήλωσε το βλέμμα. Άρχισε να βάζει τις σκέψεις του σε μια σειρά, για να εξηγήσει το πώς οι μνήμες από τις οποίες τον τράβηξε απότομα του είχαν δημιουργήσει μια άσχημη διάθεση. Ο Μιχάλης τον διέκοψε επίτηδες.
- Ψυχανάλυση, ε; Για μας είναι σαν να παίζεις "20 ερωτήσεις" με μια κονσέρβα, δεν νομίζεις;
Ο Weiss τον κοίταξε για λίγο πριν αρχίζει να γελάει νευρικά. Ο Nosferatu είχε δίκιο, κι αυτό ήταν η μεγαλύτερη ειρωνία απ' όλες.
- Θα ήθελα τόσο να μην ίσχυε αυτό..., είπε τελικά σοβαρεύοντας.
- Ναι, το καταλαβαίνω αυτό το συναίσθημα.

Δευτέρα 21 Νοεμβρίου 2011

Τα μάτια του Σετίτη άνοιξαν απότομα. Με μεγάλη προσπάθεια γύρισε το κεφάλι του σε αναζήτηση μιας άφαντης απειλής. Τα όνειρά του, όποια και αν ήταν, γλιστρούσαν στη λήθη και τη θέση τους έπερνε η ανησυχία. Το σπασμένο ψηφιακό ρολόι στο κομοδίνο έδειχνε μόλις 2 ώρες μετά το μεσημέρι. Κανένας ήχος, καμία εικόνα δεν απάντησε στον απορημένο Σετίτη, μα οι μνήμες της επίθεσης στον Vladimir ήταν νωπές ακόμα και ο Σετίτης έβαλε τα δυνατά του να μείνει ξύπνιος αρκετά ώστε να σιγουρευτεί πως όλα ήταν εντάξει. Δύο λεπτά πέρασαν στην απόλυτη ησυχία. Ο Ερμής όμως δεν μπορούσε να ηρεμήσει. Τότε ήταν που οι κραυγές του Σανκάρ μαχαίρωσαν τη σιωπή ξανά, τινάζοντας τον Σετίτη σαν ηλεκτροσόκ.
Διστακτικά πέταξε ένα κομμάτι ύφασμα στο μικρό πορτατίφ και το άναψε, αποστρέφοντας αηδιασμένος το βλέμμα του απ' αυτό. Γύρισε αργά, πιστεύοντας πως θα αντικρίσει μια βίαιη σκηνή, σφίγγοντας στα χέρια του το μπαστούνι του. Για δευτερόλεπτα το μυαλό του φαινόταν να του παίζει παιχνίδια, εναλλάσσοντας στιγμιαία την εικόνα ενός ήσυχα κοιμώμενου Σανκάρ, με μία τελείως διαφορετική: το Σανκάρ, αλυσοδεμένο στο κρεβάτι του να ουρλιάζει σε εκστασιασμένος σε ερωτική περίπτυξη με μια άυλη μορφή, σαν δαιμονικό φάντασμα. Η οπτασία δεν διήρκεσε παρά μερικές στιγμές, μα η ανησυχία του Ερμή εντάθηκε. Πλησίασε με επιφυλακτικά βήματα ώσπου βρέθηκε πάνω από το ακίνητο σώμα του Σανκάρ, ψάχνοντας με σπασμωδικές κινήσεις στο κενό τον αόρατο εχθρό, χωρίς επιτυχία.
Σκεφτικός, πήρε το μπαστούνι του με το φυλαχτό του Σετ σκαλισμένο στην κεφαλή, και το τοποθέτησε ανάμεσα στα σταυρωμένο στο στέρνο χέρια του Σανκάρ. Ήξερε πως ο λήθαργος θα τον ζητούσε πίσω σύντομα και αποφάσισε να γυρίσει στο κρεβάτι του. Στα μέσα της διαδρομής, συνειδητοποίησε κάτι που τον έκανε να παγώσει και να τρέξει πίσω. Έπιασε ξανά έντρομος τα χέρια του Σανκάρ και συνειδητοποίησε πως δεν είχε κάνει λάθος: τα χέρια του φίλου του έκαιγαν, σαν σε πυρετό. Τότε πρόσεξε κάτι ακόμα πιο τρομακτικό και παραμερίζοντας τα χέρια του Σανκάρ, κοίταξε το έγκαυμα σε σχήμα ενός τερατώδους χεριού στο στέρνο του.

Παρασκευή 4 Νοεμβρίου 2011

- Φεύγει για Κρήτη.
- Πότε;
- Απόψε.
- Καιρός ήτανε... Κλείσε μου εισιτήρια. Έχω να πω δυο λογάκια με αυτούς τους καριόληδες.
Έκλεισε το τηλέφωνο με δύναμη και πετάχτηκε απότομα από την καρέκλα του. Είχε έρθει η ώρα να τελειώνει μια και καλή με αυτούς. Ήταν κακά μαντάτα, το ήξερε απ' όταν είχαν εμφανιστεί στην πόλη. Και τα χέρια του ήταν δεμένα, ο Άγγελος ποτέ δεν θα δεχόταν να χυθεί αίμα ξένων στην πόλη του. Κι εκείνοι σουλατσάριζαν ανενόχλητοι κάθε νύχτα. Χώνανε τη μύτη τους όπου θέλανε. Κι όμως δεν είχαν την παραμικρή ιδέα σε τι είχανε μπλέξει.
"Κι όλα αυτά εξαιτίας του Άγγελου και της γαμημένης παράδοσής του!!" Μα νισάφι πια. Είχαν ξεπεράσει τη γραμμή και αυτό που τους επιφύλασσε το είχαν προκαλέσει οι ίδιοι στους εαυτούς τους.
Κοίταζε τα ήσυχα νερά του κόλπου να σχίζονται στο πέρασμα της χρυσής βάρκας, ήσυχα, αβίαστα, στο ρυθμό του μοναδικού κωπηλάτη. Βγήκε στο μικρό μπαλκονάκι και ακούμπησε στην κουπαστή. Χαμογελούσε, μα κανείς δεν θα μπορούσε να μαντέψει τον λόγο.
- Βλέπεις, Λενιώ, δεν είμαι μόνη μου...
- Το φοβόσουν αυτό, έτσι δεν είναι;
Η Μορτίσια έγνεψε καταφατικά και το χαμόγελο εξαφανίστηκε σταδιακά από τα χείλη της.
- Θα μάθουν τι έγινε. Θα έρθουν με φωτιά κι ατσάλι, όπως τόσες φορές στο παρελθόν. Θα σβήσω και μαζί μου κι εσείς...

Τρίτη 5 Ιουλίου 2011

Κοίταξε ερευνητικά το κτίριο, από την πολυτελέστατη είσοδο όπου οι υπάλληλοι ντυμένοι με μια γελοία μπορντώ στολή έτρεχαν να προλάβουν τους επισκέπτες που κατέφταναν, έως την αθέατη κορυφή του κτιρίου, περνώντας την φωτισμένη πρόσοψη που μετρούσε τουλάχιστον 15 σειρές παράθυρα. Το δυσοίωνο "G" στην πρόσκληση τού προκαλούσε μια νευρικότητα, την οποία ενίσχυσαν οι καθόλου διακριτικοί μπράβοι που στεκόντουσαν εκατέρωθεν της εισόδου. Αυτή η έλλειψη διακριτικότητας και η ανέμελη επίδειξη δύναμης ήταν συνήθως γνώρισμα μιας συγκεκριμένης οικογένειας - μιας φαμίλιας. Κοίταξε και πάλι το μέιλ στο κινητό του, διαβάζοντας τις πρώτες γραμμές που απλόχερα και ξεδιάντροπα υπόσχονταν ανταμοιβές. Γέλασε, μα αποφάσισε να κάνει τη χάρη στον τυχοδιώκτη μέσα του. Σκέφτηκε για μια στιγμή πως το όνομά του πρέπει να είχε γίνει πολύ γνωστό, κι όσο ανησυχητικό κι αν ήταν αυτό, τουλάχιστον θα το εκμεταλλευόταν.
Προχώρησε αποφασιστικά προς το εσωτερικό, αγνοώντας επιδεικτικά τους άντρες της ασφάλειας. Μετά από μια μικρή παύση στη ρεσεψιόν για να προσανατολιστεί από την πολύ εξυπηρετική κονσιέρζ μπήκε στο ασανσέρ, ανταποδίδοντας τον απρόθυμο χαιρετισμό του υπαλλήλου.
"Ρετιρέ..."

Δευτέρα 4 Ιουλίου 2011

Ο ήχος της βρύσης γέμιζε το ήσυχο καταφύγιο, όπως το τρεχούμενο νερό γέμιζε την βρώμικη μπανιέρα. Ήταν το τέλος μια γεμάτης μέρας και ένα χαλαρωτικό μπάνιο - ή τουλάχιστον η ψευδαίσθηση της χαλάρωσης - υποσχόταν έναν πιο ήσυχο ύπνο, ίσως ορφανό από τα δυσάρεστα όνειρα που στοίχειωναν τις προηγούμενες νύχτες. Ο εποχές που ένα μπράντυ κι ένα παχύ, κουβανέζικο πούρο θα τον νανούριζαν σαν μωρό, είχαν περάσει ανεπιστρεπτί, μα συνέχιζε να τις αναπολεί. Στην πραγματικότητα τις ήθελε πίσω, μα αυτή ήταν μια δυσοίωνη κατηφόρα που οδηγούσε σε γκρεμούς, κοινωνικούς, προσωπικούς, φιλοσοφικούς, τους οποίους δεν ήθελε να σκέφτεται καν. Δεν θα γινόταν ένας απ' αυτούς τους παρανοϊκούς, απελπισμένους απόκληρους, με μια επικίνδυνη και αδιέξοδη ψύχωση για την επιστροφή. Ειχε έρθει από έναν παράλληλο κόσμο βασιλιάς - δεν θα κατέληγε ο τρελος του χωριού. Κι ας είχε μπει σε ξένα χωράφια, κι ας τον είχαν παρατήσει στη μοίρα του, σαν Μεξικάνο πρόσφυγα μουσκεμένο ακόμα από τα λασπωμένα νερά του Rio Grande, εκείνος θα επιβίωνε - και ακόμα περισσότερο: θα δίδασκε σε αυτούς τους αρχαίους, μαραμένους, ψωνισμένους καριόληδες τι μπορούσε να κάνει ένας Καρχαρίας του 21ου αιώνα.