- Είστε μια... ιδιαίτερη συντροφιά.
"Ιδιαίτερη;" σκέφτηκε ειρωνικά από μέσα του ο Weiss.
- Ναι, το ακούμε συχνά, απάντησε έχοντας ακόμα το βλέμμα του στο παράθυρο. Αρχίζω να πιστεύω πως όλοι μας βλέπουν σαν έναν θίασο σε περιοδεία. Μερικές φορές νομίζω κι εγώ ο ίδιος πως έτσι είναι. Φαντάζομαι πως "ιδιαίτερη" είναι ένας χαρακτηρισμός που μας υποτιμά, κατέληξε μηδιώντας.
- Έχω δει πολλά, κε Schiduff. Παραπάνω απ' όσα θα έπρεπε. Έζησα παραπάνω απ' όσο θα έπρεπε - και δεν εννοώ το προφανές.
- Και...; έκανε αδιάφορα ο Weiss.
Ο Nosferatu ανασήκωσε τους ώμους του, ακολουθώντας το βλέμμα του Βαυαρού, για να σιγουρευτεί πως δεν έβλεπε πραγματικά κάτι.
- Δεν ξέρω, είπε. Σκεφτόμουν για μια στιγμή...
- Να με ψυχαναλύσεις; γύρισε απότομα ο Weiss. Μπορείς να μπεις πιο βίαια στο μυαλό μου, φαντάζομαι, και τουλάχιστον έτσι θα γλιτώσω τις βαθυστόχαστες κουβέντες.
Ο Nosferatu γέλασε.
- Λυπάμαι μα δεν είναι παντοδύναμος, κε Schiduff. Πολύ φοβάμαι πως θα πρέπει να σας μάθω με τον επίπονο, παλιό, καλό τρόπο.
Ο Weiss ένιωσε λίγο άσχημα για τον τρόπο που μίλησε και χαμήλωσε το βλέμμα. Άρχισε να βάζει τις σκέψεις του σε μια σειρά, για να εξηγήσει το πώς οι μνήμες από τις οποίες τον τράβηξε απότομα του είχαν δημιουργήσει μια άσχημη διάθεση. Ο Μιχάλης τον διέκοψε επίτηδες.
- Ψυχανάλυση, ε; Για μας είναι σαν να παίζεις "20 ερωτήσεις" με μια κονσέρβα, δεν νομίζεις;
Ο Weiss τον κοίταξε για λίγο πριν αρχίζει να γελάει νευρικά. Ο Nosferatu είχε δίκιο, κι αυτό ήταν η μεγαλύτερη ειρωνία απ' όλες.
- Θα ήθελα τόσο να μην ίσχυε αυτό..., είπε τελικά σοβαρεύοντας.
- Ναι, το καταλαβαίνω αυτό το συναίσθημα.
Σάββατο 26 Νοεμβρίου 2011
Δευτέρα 21 Νοεμβρίου 2011
Τα μάτια του Σετίτη άνοιξαν απότομα. Με μεγάλη προσπάθεια γύρισε το κεφάλι του σε αναζήτηση μιας άφαντης απειλής. Τα όνειρά του, όποια και αν ήταν, γλιστρούσαν στη λήθη και τη θέση τους έπερνε η ανησυχία. Το σπασμένο ψηφιακό ρολόι στο κομοδίνο έδειχνε μόλις 2 ώρες μετά το μεσημέρι. Κανένας ήχος, καμία εικόνα δεν απάντησε στον απορημένο Σετίτη, μα οι μνήμες της επίθεσης στον Vladimir ήταν νωπές ακόμα και ο Σετίτης έβαλε τα δυνατά του να μείνει ξύπνιος αρκετά ώστε να σιγουρευτεί πως όλα ήταν εντάξει. Δύο λεπτά πέρασαν στην απόλυτη ησυχία. Ο Ερμής όμως δεν μπορούσε να ηρεμήσει. Τότε ήταν που οι κραυγές του Σανκάρ μαχαίρωσαν τη σιωπή ξανά, τινάζοντας τον Σετίτη σαν ηλεκτροσόκ.
Διστακτικά πέταξε ένα κομμάτι ύφασμα στο μικρό πορτατίφ και το άναψε, αποστρέφοντας αηδιασμένος το βλέμμα του απ' αυτό. Γύρισε αργά, πιστεύοντας πως θα αντικρίσει μια βίαιη σκηνή, σφίγγοντας στα χέρια του το μπαστούνι του. Για δευτερόλεπτα το μυαλό του φαινόταν να του παίζει παιχνίδια, εναλλάσσοντας στιγμιαία την εικόνα ενός ήσυχα κοιμώμενου Σανκάρ, με μία τελείως διαφορετική: το Σανκάρ, αλυσοδεμένο στο κρεβάτι του να ουρλιάζει σε εκστασιασμένος σε ερωτική περίπτυξη με μια άυλη μορφή, σαν δαιμονικό φάντασμα. Η οπτασία δεν διήρκεσε παρά μερικές στιγμές, μα η ανησυχία του Ερμή εντάθηκε. Πλησίασε με επιφυλακτικά βήματα ώσπου βρέθηκε πάνω από το ακίνητο σώμα του Σανκάρ, ψάχνοντας με σπασμωδικές κινήσεις στο κενό τον αόρατο εχθρό, χωρίς επιτυχία.
Σκεφτικός, πήρε το μπαστούνι του με το φυλαχτό του Σετ σκαλισμένο στην κεφαλή, και το τοποθέτησε ανάμεσα στα σταυρωμένο στο στέρνο χέρια του Σανκάρ. Ήξερε πως ο λήθαργος θα τον ζητούσε πίσω σύντομα και αποφάσισε να γυρίσει στο κρεβάτι του. Στα μέσα της διαδρομής, συνειδητοποίησε κάτι που τον έκανε να παγώσει και να τρέξει πίσω. Έπιασε ξανά έντρομος τα χέρια του Σανκάρ και συνειδητοποίησε πως δεν είχε κάνει λάθος: τα χέρια του φίλου του έκαιγαν, σαν σε πυρετό. Τότε πρόσεξε κάτι ακόμα πιο τρομακτικό και παραμερίζοντας τα χέρια του Σανκάρ, κοίταξε το έγκαυμα σε σχήμα ενός τερατώδους χεριού στο στέρνο του.
Διστακτικά πέταξε ένα κομμάτι ύφασμα στο μικρό πορτατίφ και το άναψε, αποστρέφοντας αηδιασμένος το βλέμμα του απ' αυτό. Γύρισε αργά, πιστεύοντας πως θα αντικρίσει μια βίαιη σκηνή, σφίγγοντας στα χέρια του το μπαστούνι του. Για δευτερόλεπτα το μυαλό του φαινόταν να του παίζει παιχνίδια, εναλλάσσοντας στιγμιαία την εικόνα ενός ήσυχα κοιμώμενου Σανκάρ, με μία τελείως διαφορετική: το Σανκάρ, αλυσοδεμένο στο κρεβάτι του να ουρλιάζει σε εκστασιασμένος σε ερωτική περίπτυξη με μια άυλη μορφή, σαν δαιμονικό φάντασμα. Η οπτασία δεν διήρκεσε παρά μερικές στιγμές, μα η ανησυχία του Ερμή εντάθηκε. Πλησίασε με επιφυλακτικά βήματα ώσπου βρέθηκε πάνω από το ακίνητο σώμα του Σανκάρ, ψάχνοντας με σπασμωδικές κινήσεις στο κενό τον αόρατο εχθρό, χωρίς επιτυχία.
Σκεφτικός, πήρε το μπαστούνι του με το φυλαχτό του Σετ σκαλισμένο στην κεφαλή, και το τοποθέτησε ανάμεσα στα σταυρωμένο στο στέρνο χέρια του Σανκάρ. Ήξερε πως ο λήθαργος θα τον ζητούσε πίσω σύντομα και αποφάσισε να γυρίσει στο κρεβάτι του. Στα μέσα της διαδρομής, συνειδητοποίησε κάτι που τον έκανε να παγώσει και να τρέξει πίσω. Έπιασε ξανά έντρομος τα χέρια του Σανκάρ και συνειδητοποίησε πως δεν είχε κάνει λάθος: τα χέρια του φίλου του έκαιγαν, σαν σε πυρετό. Τότε πρόσεξε κάτι ακόμα πιο τρομακτικό και παραμερίζοντας τα χέρια του Σανκάρ, κοίταξε το έγκαυμα σε σχήμα ενός τερατώδους χεριού στο στέρνο του.
Παρασκευή 4 Νοεμβρίου 2011
- Φεύγει για Κρήτη.
- Πότε;
- Απόψε.
- Καιρός ήτανε... Κλείσε μου εισιτήρια. Έχω να πω δυο λογάκια με αυτούς τους καριόληδες.
Έκλεισε το τηλέφωνο με δύναμη και πετάχτηκε απότομα από την καρέκλα του. Είχε έρθει η ώρα να τελειώνει μια και καλή με αυτούς. Ήταν κακά μαντάτα, το ήξερε απ' όταν είχαν εμφανιστεί στην πόλη. Και τα χέρια του ήταν δεμένα, ο Άγγελος ποτέ δεν θα δεχόταν να χυθεί αίμα ξένων στην πόλη του. Κι εκείνοι σουλατσάριζαν ανενόχλητοι κάθε νύχτα. Χώνανε τη μύτη τους όπου θέλανε. Κι όμως δεν είχαν την παραμικρή ιδέα σε τι είχανε μπλέξει.
"Κι όλα αυτά εξαιτίας του Άγγελου και της γαμημένης παράδοσής του!!" Μα νισάφι πια. Είχαν ξεπεράσει τη γραμμή και αυτό που τους επιφύλασσε το είχαν προκαλέσει οι ίδιοι στους εαυτούς τους.
- Πότε;
- Απόψε.
- Καιρός ήτανε... Κλείσε μου εισιτήρια. Έχω να πω δυο λογάκια με αυτούς τους καριόληδες.
Έκλεισε το τηλέφωνο με δύναμη και πετάχτηκε απότομα από την καρέκλα του. Είχε έρθει η ώρα να τελειώνει μια και καλή με αυτούς. Ήταν κακά μαντάτα, το ήξερε απ' όταν είχαν εμφανιστεί στην πόλη. Και τα χέρια του ήταν δεμένα, ο Άγγελος ποτέ δεν θα δεχόταν να χυθεί αίμα ξένων στην πόλη του. Κι εκείνοι σουλατσάριζαν ανενόχλητοι κάθε νύχτα. Χώνανε τη μύτη τους όπου θέλανε. Κι όμως δεν είχαν την παραμικρή ιδέα σε τι είχανε μπλέξει.
"Κι όλα αυτά εξαιτίας του Άγγελου και της γαμημένης παράδοσής του!!" Μα νισάφι πια. Είχαν ξεπεράσει τη γραμμή και αυτό που τους επιφύλασσε το είχαν προκαλέσει οι ίδιοι στους εαυτούς τους.
Κοίταζε τα ήσυχα νερά του κόλπου να σχίζονται στο πέρασμα της χρυσής βάρκας, ήσυχα, αβίαστα, στο ρυθμό του μοναδικού κωπηλάτη. Βγήκε στο μικρό μπαλκονάκι και ακούμπησε στην κουπαστή. Χαμογελούσε, μα κανείς δεν θα μπορούσε να μαντέψει τον λόγο.
- Βλέπεις, Λενιώ, δεν είμαι μόνη μου...
- Το φοβόσουν αυτό, έτσι δεν είναι;
Η Μορτίσια έγνεψε καταφατικά και το χαμόγελο εξαφανίστηκε σταδιακά από τα χείλη της.
- Θα μάθουν τι έγινε. Θα έρθουν με φωτιά κι ατσάλι, όπως τόσες φορές στο παρελθόν. Θα σβήσω και μαζί μου κι εσείς...
- Βλέπεις, Λενιώ, δεν είμαι μόνη μου...
- Το φοβόσουν αυτό, έτσι δεν είναι;
Η Μορτίσια έγνεψε καταφατικά και το χαμόγελο εξαφανίστηκε σταδιακά από τα χείλη της.
- Θα μάθουν τι έγινε. Θα έρθουν με φωτιά κι ατσάλι, όπως τόσες φορές στο παρελθόν. Θα σβήσω και μαζί μου κι εσείς...
Εγγραφή σε:
Αναρτήσεις (Atom)