Κοίταζε τα ήσυχα νερά του κόλπου να σχίζονται στο πέρασμα της χρυσής βάρκας, ήσυχα, αβίαστα, στο ρυθμό του μοναδικού κωπηλάτη. Βγήκε στο μικρό μπαλκονάκι και ακούμπησε στην κουπαστή. Χαμογελούσε, μα κανείς δεν θα μπορούσε να μαντέψει τον λόγο.
- Βλέπεις, Λενιώ, δεν είμαι μόνη μου...
- Το φοβόσουν αυτό, έτσι δεν είναι;
Η Μορτίσια έγνεψε καταφατικά και το χαμόγελο εξαφανίστηκε σταδιακά από τα χείλη της.
- Θα μάθουν τι έγινε. Θα έρθουν με φωτιά κι ατσάλι, όπως τόσες φορές στο παρελθόν. Θα σβήσω και μαζί μου κι εσείς...
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου